Πέμπτη 9 Απριλίου 2026 - 10:29

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ του π. Δημητρίου Μπόκου

Πα­ρα­μέ­ρι­σε τη βα­ρειά βε­λού­δι­νη κουρ­τί­να τη στιγ­μή που τα πλά­τη του ου­ρα­νού και τα πέ­ρα­τα της γης αν­τή­χη­σαν α­π’ τον ευ­φρό­συ­νο ή­χο της α­να­στά­σι­μης καμ­πά­νας. Η ό­μορ­φη πριγ­κί­πισ­σα α­π’ τ’ α­νοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο του χρό­νου έ­ρι­ξε το βλέμ­μα της στη γη. Ξε­χώ­ρι­σε α­μέ­σως το μι­κρό σπι­τι­κό, που ή­ταν κά­πο­τε η κα­τοι­κί­α της. Τα δυ­ό της παι­διά έ­λει­παν. Η γριά μά­να της, σκυ­φτή α­π’ τα χρό­νια, μα πι­ό­τε­ρο α­π’ τον κα­ϋ­μό, μπαι­νό­βγαι­νε στις κά­μα­ρες αρ­γο­πα­τών­τας και συ­χνο­στε­νά­ζον­τας.

Πά­νε τώ­ρα τρί­α χρό­νια που η γριά δεν σή­κω­σε κε­φά­λι. Και πώς να το ’­κα­νε; Η κό­ρη της έ­φυ­γε. Για το τα­ξί­δι που δεν έ­χει ε­πι­στρο­φή. Ή­ταν η μο­νά­κρι­βη α­γα­πη­μέ­νη της κό­ρη, με­γα­λω­μέ­νη με ελ­πί­δες, καρ­δι­ο­χτύ­πια και ό­νει­ρα. Κι αλ­λοί­μο­νο! Έ­φυ­γε με πό­νο. Δεν έφτανε που χήρεψε νωρίς, μα έφυγε χτυ­πη­μέ­νη και η ίδια πρό­ω­ρα, βα­σα­νι­σμέ­νη σκλη­ρά α­πό αρ­ρώ­στια που δεν τής έπρεπε. Η καρ­διά της μά­νας έ­λει­ω­νε κα­θώς την έ­βλε­πε να σβή­νει. Και τώ­ρα που χά­θη­κε ο­ρι­στι­κά, α­φή­νον­τας τα δυ­ό της βλα­στα­ρά­κια ορ­φα­νά, η γριά μέ­νει φαρ­μα­κω­μέ­νη αθε­ρά­πευ­τα.

Δεν εί­ναι μό­νο η α­βά­στα­χτη θλί­ψη που ρή­μα­ξε για πάν­τα την καρ­διά της. Μέ­σα της ορ­θώ­θη­καν α­μεί­λι­κτα τα ε­ρω­τη­μα­τι­κά. Για­τί; Τί έ­φται­ξε η κό­ρη της για να φύ­γει τό­σο γρή­γο­ρα; Και για­τί να πο­νέ­σει τό­σο πο­λύ; Πού εί­ναι ο Θε­ός; Πού εί­ναι η α­γά­πη του; Πώς στέ­ρη­σε τα μι­κρά α­πό τη μά­να τους; Αχ! Πό­σο ά­δι­κα τα ’νι­ω­θε ό­λα αυ­τά! Η πί­στη της κλο­νί­στη­κε βα­θιά. Χτυ­πού­σαν οι καμ­πά­νες το Με­γα­λο­βδό­μα­δο, μα στη γριά δεν έ­λε­γαν πλέ­ον τί­πο­τε. Τα ό­νει­ρα, η χα­ρά της, η ψυ­χή της ό­λη, κα­τέ­βη­καν στον τά­φο με την κό­ρη της. Α­νά­στα­ση γι’ αυτήν πο­τέ δεν θα ερ­χό­ταν πια.

Στά­θη­κε στο ει­κο­νο­στά­σι της, μα ό­χι για να προ­σευ­χη­θεί. Πά­ει και­ρός που ξέ­μα­θε α­π’ αυ­τά. Πή­ρε μο­νά­χα το κου­τί με τα κει­μή­λια του σπι­τιού της. Αυ­τά που περ­νών­τας α­πό μά­να σε κό­ρη είχαν φτά­σει και σ’ αυ­τήν. Και α­π’ αυ­τήν στην κό­ρη της. Ξε­σκό­νι­σε με το πα­νί που κρά­τα­γε κι ά­νοι­ξε το κου­τί. Χά­ι­δε­ψε δυ­ο μι­κρά μεν­τα­γιόν που στό­λι­ζαν κά­πο­τε τον λαι­μό της κό­ρης της. Τ’ α­σπά­στη­κε μ’ έ­να στε­ναγ­μό. Ξα­νά­κλει­σε το κου­τί κα­θώς τα δά­κρυ­α α­νά­βρυ­ζαν καυ­τά α­π’ τα μά­τια της.

Πι­α­σμέ­να χέ­ρι-χέ­ρι τα δυ­ό της εγ­γο­νά­κια έτρε­χαν χα­μέ­να μέ­σα στο πο­λύ­βου­ο πλή­θος. Τρα­βού­σαν για την ο­λο­φώ­τει­νη εκ­κλη­σί­α, α­π’ ό­που α­κού­γον­ταν οι ψαλ­μω­δί­ες της Α­νά­στα­σης ανα­κα­τε­μέ­νες με της καμ­πά­νας τους χτύ­πους. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά που πή­γαι­ναν στην Α­νά­στα­ση μό­να τους. Τρί­α χρό­νια η γριά, κα­κι­ω­μέ­νη με τον Θε­ό, δεν πά­τη­σε σε εκ­κλη­σιά, καν­τή­λι δεν ά­να­ψε. Κι από­ψε, μπρος στην ε­πι­μο­νή τους, τ’ ά­φη­σε πα­ρά τη θέ­λη­σή της.

Μα τώ­ρα τα παι­διά στα­μά­τη­σαν. Δεν μπο­ρού­σαν να πλη­σιά­σουν στην εκ­κλη­σί­α. Το πυ­κνό πλή­θος έ­κλει­νε α­σφυ­κτι­κά γύ­ρω τους. Ή­ταν α­δύ­να­το να προ­χω­ρή­σουν άλ­λο. Οι α­να­στά­σι­μες λαμ­πά­δες στα μι­κρά χε­ρά­κια τους ήταν α­κό­μα σβη­στές.

 Δεν βλέ­πω τί­πο­τε α­πό ’­δω! δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε το ε­ξά­χρο­νο α­γο­ρά­κι.

 Ού­τε κι ε­γώ! α­πάν­τη­σε η ο­χτά­χρο­νη αδελ­φού­λα του.

 Την τε­λευ­ταί­α φο­ρά μάς κρά­τα­γε ψη­λά στην αγ­κα­λιά της η μα­μά και τα βλέ­πα­με ό­λα. Για­τί να μην εί­ναι και τώ­ρα ε­δώ! α­να­στέ­να­ξε το α­γό­ρι. Αχ! μα­μά μου! Πού εί­σαι; κλα­ψού­ρι­σε πο­νε­μέ­να υ­ψώ­νον­τας τα μά­τια του στον ου­ρα­νό.

 Έ­λα τώ­ρα, μην κλαις μπρο­στά σε τό­σο κό­σμο! προ­σπά­θη­σε η α­δελ­φή του να το πα­ρη­γο­ρή­σει, μα κι αυ­τή με κό­πο συγ­κρα­τι­ό­ταν να μην κλά­ψει.  

Η καρ­διά της πριγ­κί­πισ­σας ρά­γι­σε. Τα μά­τια της γέ­μι­σαν δά­κρυ­α. Το μη­τρι­κό της χέ­ρι α­πλώ­θη­κε α­μέ­σως α­π’ τον ου­ρα­νό και σκού­πι­σε α­πα­λά τα κλα­μέ­να πρό­σω­πα των παι­διών της. Α­πο­ρη­μέ­να στο ζε­στό της άγ­γιγ­μα ε­κεί­να σή­κω­σαν το κε­φά­λι τους. Μια φω­τει­νή πα­νέ­μορ­φη γυ­ναί­κα τα σή­κω­νε και τα ’­σφιγ­γε στην αγ­κα­λιά της.

 Μα­μά! φώ­να­ξαν με δυ­να­τή φω­νή και τα μι­κρά τους χέ­ρια τυ­λί­χτη­καν στο λαι­μό της.

 Παι­διά μου! Α­γα­πη­μέ­να μου!

Η γνώ­ρι­μη μη­τρι­κή φω­νή αν­τή­χη­σε τρυ­φε­ρή στ’ αυ­τιά τους. Γύ­ρω τους ό­λα εί­χαν γί­νει φω­τει­νά. Ού­τε που ρώ­τη­σαν πώς βρέ­θη­κε η μα­μά τους ε­κεί. Κι ού­τε που κα­τά­λα­βαν πώς α­πό τη γη βρέ­θη­καν στ’ α­θε­ώ­ρη­τα ύ­ψη του ου­ρα­νού. Οι μι­κρές τους καρ­διές φού­σκω­σαν από α­νεί­πω­τη ευ­τυ­χί­α. Τους φαί­νον­ταν πως θα σπά­σουν.

Έ­να κρυ­στάλ­λι­νο πα­λά­τι ξε­πρό­βα­λε μες α­π’ τα χρυ­σα­φέ­νια σύν­νε­φα λου­σμέ­νο στο φώς. Α­στρα­πο­βό­λοι άγ­γε­λοι τους προ­ϋ­πάν­τη­σαν, υ­πο­κλι­νό­με­νοι στην πριγ­κί­πισ­σα κι ανοί­γον­τας δι­ά­πλα­τα πύ­λες χρυ­σές. Τα δυο παι­διά έ­βλε­παν εκ­στα­τι­κά.

 Μα­μά, ε­δώ μέ­νεις; ρώ­τη­σε το κο­ρί­τσι θαμ­πω­μέ­νο. Και εί­σαι πριγ­κί­πισ­σα τώ­ρα;

 Ναί, παι­διά μου, α­πάν­τη­σε η μη­τέ­ρα τους. Ο Χρι­στός μού τα χά­ρι­σε όλα αυ­τά, ε­πει­δή σας στε­ρή­θη­κα τό­σο νω­ρίς και για ό­σα υπέ­φε­ρα με την αρ­ρώ­στια μου. Εί­μα­στε μια με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια ε­δώ, γνω­στοί κι α­γα­πη­μέ­νοι ό­λοι με­τα­ξύ μας. Και σή­με­ρα κά­νου­με χα­ρά με­γά­λη για την Α­νά­στα­ση.

Πράγ­μα­τι α­π’ ό­λα τα μή­κη του ου­ρα­νού α­μέ­τρη­τοι άγ­γε­λοι και άν­θρω­ποι φά­νη­καν να προ­χω­ρούν κρα­τών­τας λαμ­πά­δες α­ναμ­μέ­νες και ψάλ­λον­τας μια πρω­τά­κου­στη με­λω­δί­α. Ή­ταν ντυ­μέ­νοι στα λευ­κά και λαμ­πε­ροί σαν τον ή­λιο. Η πριγ­κί­πισ­σα με τα παι­διά της προ­χώ­ρη­σαν μα­ζί τους. Κα­τευ­θύ­νον­ταν προς τον θρό­νο του Χρι­στού. Ε­κεί η πριγ­κί­πισ­σα προ­σκύ­νη­σε ευ­λα­βι­κά τρεις φο­ρές.

 Να με, Κύ­ρι­έ μου, με τα παι­διά που μου έδω­σες! εί­πε κι έ­σπρω­ξε προς τον θρό­νο τα μι­κρά της.

Οι άγ­γε­λοι που στέ­κον­ταν μπρο­στά κι­νή­θη­καν αυθόρ­μη­τα να τα εμ­πο­δί­σουν, θαρ­ρών­τας ά­πρε­πο να πλη­σιά­σουν κον­τύ­τε­ρα. Μα ο Χρι­στός χα­μο­γέ­λα­σε.

 Α­φή­στε τα παι­διά να ’ρ­θουν σε μέ­να και μην τα εμ­πο­δί­ζε­τε! εί­πε με τη γλυ­κειά του φω­νή.

Τα παι­διά πλη­σί­α­σαν και ο Χρι­στός τα πή­ρε στα  γό­να­τά του.

 Κα­λώς τα μου! εί­πε γε­μά­τος κα­λω­σύ­νη. Τα χά­ι­δευ­ε, τα ευ­λο­γού­σε, τα ’­σφιγ­γε στην αγ­κα­λιά του. Κα­λώς τ’ α­γα­πη­μέ­να μου! Τί θέ­λε­τε να κά­νω για σας;

Α­πό το πρό­σω­πό του αν­τι­φέγ­γι­ζε υ­πέρ­λαμ­προ φως κι α­νέκ­φρα­στη ο­μορ­φιά. Μια πρω­τό­γνω­ρη εμ­πει­ρί­α μά­γευ­ε τα παι­διά, έ­κα­νε την καρ­διά τους να λει­ώ­νει α­πό α­γαλ­λί­α­ση. Ω­στό­σο,

 Τη μα­μά μας θέ­λου­με! πε­τά­χτη­κε ο μι­κρός. Α­φού εί­σαι τό­σο κα­λός, για­τί μας την πή­ρες;

 Στον κα­θέ­να γί­νε­ται αυ­τό που όν­τως τον συμ­φέ­ρει. Και σχε­δι­ά­ζε­ται πο­λύ προ­σε­χτι­κά, να μην α­δι­κη­θεί κα­θό­λου. Με βά­θος σο­φί­ας και στορ­γής. Για τη μη­τέ­ρα σας ήρ­θε η ώ­ρα της. Αυ­τὸ ήταν το κα­λύ­τε­ρο για ό­λους σας. Ε­τοι­μά­ζει τώ­ρα με πε­ρισ­σή α­γά­πη τον τό­πο και για σας. Ό­μως, για πέ­στε μου: Δεν εί­χα­τε α­πό­λυ­τη εμ­πι­στο­σύ­νη στη μη­τέ­ρα σας; Ό,τι κι αν έ­κα­νε, δεν ή­ταν πάν­το­τε για το κα­λό σας; Ε, λοι­πόν, αυτό ζη­τά­ω κι ε­γώ. Εμ­πι­στευ­θεί­τε με σαν τη μη­τέ­ρα σας. Ό,τι κι αν γί­νε­ται α­πό μέ­να, εί­ναι, αν ό­χι το πιο ευ­χά­ρι­στο, σί­γου­ρα το κα­λύ­τε­ρο για ό­λα τα παι­διά μου. Τα δώ­ρα μου δεν εί­ναι πάν­τα φα­νε­ρά. Δεν δό­θη­κε σε σας η γνώ­ση για ό­λα τα συμ­βαί­νον­τα ή για τα μέλ­λον­τα. Υπερ­βαί­νει τους ώ­μους σας έ­να τέ­τοι­ο φορ­τί­ο. Ε­σείς μό­νο εμ­πι­στευ­θεί­τε με.

 Και πώς θα ζή­σου­με εμείς χω­ρίς μα­μά; συ­νέ­χι­σε τό α­γο­ρά­κι κοι­τά­ζον­τας, μ’ έ­ναν τρό­πο που μό­νο το παι­δί μπο­ρεί να έ­χει, ί­σια στα μά­τια τον Χρι­στό.

 Εγὼ εί­μαι μά­να και πα­τέ­ρας, α­δελ­φός και συγ­γε­νής για τον κα­θέ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο για σας, τα ορ­φα­νά μου. Τα μά­τια μου α­νύ­στα­χτα, γε­μά­τα ευ­σπλα­χνί­α, θα στρέ­φον­ται α­δι­ά­κο­πα σε σας. Αρ­κεί μο­νά­χα να το θέ­λε­τε, κι ε­γώ θα ’­μαι μα­ζί σας πάν­τα.

Και λέγοντας αυτὰ φώναξε δυνατά:

  Φύ­λα­κες άγ­γε­λοι!

Οι άγ­γε­λοι των δυο παι­διών πλη­σί­α­σαν κλί­νον­τας με σέ­βας το κε­φά­λι.

 Θά ’­στε παν­το­τι­νοί α­κοί­μη­τοι φρου­ροί για τα παι­διά μου ε­τού­τα. Μη λεί­ψε­τε στιγ­μή α­πό κον­τά τους. Πλη­σί­α­σε κι ε­σύ, πριγ­κί­πισ­σα. Για λί­γο σου εμ­πι­στεύ­θη­κα στη γη τα τέ­κνα μου, μα θα ’­ναι και δι­κά σου πια αι­ώ­νια. Φρόν­τι­ζέ τα α­π’ τον ου­ρα­νό, σα να ’­σου­να μα­ζί τους στη γη. Θα πε­ρισ­σεύ­ει πάν­τα στην καρ­διά μου η εύ­νοι­α για τα μη­τρι­κά σου αι­τή­μα­τα.

Αυτά εί­πε ο Χρι­στός και ση­κώ­θη­κε α­πό τον θρό­νο. Όλοι προ­σκύ­νη­σαν ευ­λα­βι­κά τον Κύ­ριό τους. Και τό­τε α­π’ ό­λες τις ε­που­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις, από γη και ου­ρα­νό, α­π’ τη σε­λή­νη, τ’ ά­στρα και τον ή­λιο, α­πό κά­θε πνοή και κά­θε κτί­ση, υ­ψώ­θη­κε μυ­ρι­ό­στο­μη κραυ­γή δο­ξο­λο­γί­ας, ε­πι­νί­κιος τρι­σά­γιος ύμνος που δό­νη­σε τα σύμ­παν­τα.

Σαν βρέ­θη­κε ξα­νά στο πα­ρα­μυ­θέ­νιο της πα­λά­τι, η πριγ­κί­πισ­σα αγ­κά­λια­σε για τε­λευ­ταί­α φο­ρά τα παι­διά.

 Ώρα ν’ α­πο­χαι­ρε­τι­στού­με πια, μι­κρά μου! εί­πε. Μα θα ’­μαι δια­ρκώς κον­τά σας. Και θα σας πε­ρι­μέ­νω ε­δώ, να ζή­σου­με μα­ζί για πάν­τα. Δώ­στε μου την υ­πό­σχε­ση πως δεν θα ξε­χά­σε­τε πο­τέ αυτά που εί­δα­τε κι α­κού­σα­τε α­πό­ψε. Δεν πέ­θα­να λοι­πόν, μα ζω. Το εί­δα­τε!

Ε­νώ μι­λού­σε έβγα­λε από έ­να κου­τί δυο μι­κρά μεν­τα­γιόν με ο­λό­χρυ­σες α­λυ­σι­δί­τσες.

 Να, πάρ­τε κι αυ­τὰ για να θυ­μά­στε πάν­τα την α­πο­ψι­νή βρα­διά, είπε και τα κρέ­μα­σε στο λαι­μό τους. Έ­τσι, μι­κρά μου;

 Δεν θα ξε­χά­σου­με τί­πο­τε, μα­μά, και προ­παν­τός ε­σέ­να! φώ­να­ξαν εκεί­να και σφί­χτη­καν στην αγ­κα­λιά της.

Την ε­πό­με­νη στιγ­μή με τις λαμ­πά­δες α­ναμ­μέ­νες χτυ­πού­σαν την πόρ­τα του σπι­τιού τους.

 Για­γιά, ά­νοι­ξε! φώ­να­ξαν δυ­να­τά.

Σκουν­του­φλι­α­σμέ­νη η γριά πρό­βα­λε στην πόρ­τα και μό­νο που δεν την έ­ρι­ξαν κα­θώς χύ­θη­καν μέ­σα.

 Η μα­μά, για­γιά! Η μα­μά ζει! Την εί­δα­με, για­γιά!

 Σε κα­λό σας! Πα­λα­βώ­σα­τε; Βρή­κα­τε την ώ­ρα για α­στεί­α; τα μά­λω­σε βα­ρύ­θυ­μη.

Ξα­ναμ­μέ­να ε­κεί­να, μ’ έ­να σω­ρό α­συ­ναρ­τη­σί­ες α­π’ τη φό­ρα τους, της δι­η­γή­θη­καν όλα τα κα­θέ­κα­στα. Μα ε­κεί­νη τ’ ά­κου­γε βε­ρε­σέ. Κου­νού­σε το κε­φά­λι της με δυ­σπι­στί­α. Παι­δι­ά­στι­κα όνει­ρα! Μα σαν α­νά­φε­ραν για μεν­τα­γιόν και τα ’­δε κρε­μα­σμέ­να στον λαι­μό τους, α­λα­φι­ά­στη­κε η γριά. Τα πήρε στην πα­λά­μη της, τα κοί­τα­ξε κα­λά κι έ­τρε­ξε ευθύς στο ει­κο­νο­στά­σι. Κα­τέ­βα­σε το κου­τί με τα κει­μή­λια και το ά­νοι­ξε. Τα μεν­τα­γιόν έ­λει­παν.

Τα πό­δια της λύ­θη­καν. Μα δεν πά­ει ώ­ρα που ή­ταν ε­κεί. Τα εί­δε, τα ψη­λά­φη­σε, τα φί­λη­σε. Στο σπί­τι δεν πά­τη­σε ψυ­χή. Ξα­να­κοί­τα­ξε τα μεν­τα­γιόν στο λαι­μό των παι­διών. Δεν υ­πῆρ­χε αμ­φι­βο­λί­α. Ή­ταν τα ί­δια.

 Πού τα βρή­κα­τε αυ­τά; ρώ­τη­σε βρα­χνά, σα­στι­σμέ­νη.

Τα παι­διά εί­παν και ξα­να­εί­παν την ι­στο­ρί­α τους. Κά­πο­τε η γριά έ­δει­ξε ε­πι­τέ­λους να συ­νέρ­χε­ται. Σή­κω­σε τα μά­τια της ψη­λά. Σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε.

 Μέ­γας ει, Κύ­ρι­ε! μουρ­μού­ρι­σε. Άλ­λο και τού­το πά­λι! Εί­δα­τε πραγ­μα­τι­κά τη μά­να σας; Μέ­γας ει, Κύ­ρι­ε, και θαυ­μα­στά τα έρ­γα σου!

Σαν κά­τι πή­ρε ν’ α­να­δεύ­ει μέ­σα της. Κά­τι που πά­λευ­ε να σπά­σει την τα­φό­πλα­κα που ’­πνι­γε την ψυ­χή της.

Ώ­στε ο Θεός μπο­ρεί να βλέ­πει και λί­γο πα­ρα­πέ­ρα α­π’ το δι­κό της το μυα­λό; Να φρον­τί­ζει πραγματικά κι αυ­τός σαν μά­να, σαν πα­τέ­ρας, για κά­τι κα­λό; Κι ό­σα δεν φαί­νον­ται, ν’ α­ξί­ζουν ά­ρα­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­σα βλέ­που­με; Στα φυλ­λο­κάρ­δια της, που τρί­α χρό­νια τώ­ρα ο θά­να­τος τα στοί­χει­ω­νε φρι­χτά, γλί­στρη­σε δει­λά μια πρώ­τη αχτί­δα της Α­νά­στα­σης.

 Το φως, παι­διά, τις λαμ­πά­δες σας! εί­πε ξαφ­νι­κά. Ν’ α­νά­ψου­με το καν­τή­λι.

Κα­θώς υ­ψώ­θη­κε η φλό­γα ι­λα­ρή φω­τί­ζον­τας τη λι­πό­σαρ­κη όψη της, τα ρο­δα­λά πρό­σω­πα των παι­δι­ών και τα ει­κο­νί­σμα­τα, αυ­θόρ­μη­τη ξε­πή­δη­σε απ’ την πλη­γω­μέ­νη της ψυ­χή, χρό­νια φυ­λα­κι­σμέ­νη, η κραυ­γή:

 Χρι­στός ανέ­στη, παι­διά μου!

Και στρέ­φον­τας τα μά­τια της ψη­λά,

 Χρι­στός α­νέ­στη, κό­ρη μου!

 Αλη­θώς α­νέ­στη, μά­να μου! α­πάν­τη­σε μυ­στι­κά α­πό ψη­λά η πριγ­κί­πισ­σα.

Κι ε­νώ τα μά­τια της πλημ­μύ­ρι­ζαν και πά­λι, μα α­πό δά­κρυ­α πλέ­ον χα­ράς, η βα­ρειά βε­λού­δι­νη κουρ­τί­να ξα­νά­κλει­νε αρ­γά το πα­ρά­θυ­ρο του χρό­νου…

Προηγούμενο Άρθρο

Έφυγε η «Ρίτα» της καρδιάς μας – η νοσοκόμα που έγινε οικογένεια για την Πρέβεζα

Επόμενο Άρθρο

Πασχαλινό Μήνυμα Δημάρχου Ζηρού Γιώργου Γιολδάση

Μπορεί να σας ενδιαφέρει...