Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ του π. Δημητρίου Μπόκου

Ημερομηνία:

Πα­ρα­μέ­ρι­σε τη βα­ρειά βε­λού­δι­νη κουρ­τί­να τη στιγ­μή που τα πλά­τη του ου­ρα­νού και τα πέ­ρα­τα της γης αν­τή­χη­σαν α­π’ τον ευ­φρό­συ­νο ή­χο της α­να­στά­σι­μης καμ­πά­νας. Η ό­μορ­φη πριγ­κί­πισ­σα α­π’ τ’ α­νοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο του χρό­νου έ­ρι­ξε το βλέμ­μα της στη γη. Ξε­χώ­ρι­σε α­μέ­σως το μι­κρό σπι­τι­κό, που ή­ταν κά­πο­τε η κα­τοι­κί­α της. Τα δυ­ό της παι­διά έ­λει­παν. Η γριά μά­να της, σκυ­φτή α­π’ τα χρό­νια, μα πι­ό­τε­ρο α­π’ τον κα­ϋ­μό, μπαι­νό­βγαι­νε στις κά­μα­ρες αρ­γο­πα­τών­τας και συ­χνο­στε­νά­ζον­τας.

Πά­νε τώ­ρα τρί­α χρό­νια που η γριά δεν σή­κω­σε κε­φά­λι. Και πώς να το ’­κα­νε; Η κό­ρη της έ­φυ­γε. Για το τα­ξί­δι που δεν έ­χει ε­πι­στρο­φή. Ή­ταν η μο­νά­κρι­βη α­γα­πη­μέ­νη της κό­ρη, με­γα­λω­μέ­νη με ελ­πί­δες, καρ­δι­ο­χτύ­πια και ό­νει­ρα. Κι αλ­λοί­μο­νο! Έ­φυ­γε με πό­νο. Δεν έφτανε που χήρεψε νωρίς, μα έφυγε χτυ­πη­μέ­νη και η ίδια πρό­ω­ρα, βα­σα­νι­σμέ­νη σκλη­ρά α­πό αρ­ρώ­στια που δεν τής έπρεπε. Η καρ­διά της μά­νας έ­λει­ω­νε κα­θώς την έ­βλε­πε να σβή­νει. Και τώ­ρα που χά­θη­κε ο­ρι­στι­κά, α­φή­νον­τας τα δυ­ό της βλα­στα­ρά­κια ορ­φα­νά, η γριά μέ­νει φαρ­μα­κω­μέ­νη αθε­ρά­πευ­τα.

Δεν εί­ναι μό­νο η α­βά­στα­χτη θλί­ψη που ρή­μα­ξε για πάν­τα την καρ­διά της. Μέ­σα της ορ­θώ­θη­καν α­μεί­λι­κτα τα ε­ρω­τη­μα­τι­κά. Για­τί; Τί έ­φται­ξε η κό­ρη της για να φύ­γει τό­σο γρή­γο­ρα; Και για­τί να πο­νέ­σει τό­σο πο­λύ; Πού εί­ναι ο Θε­ός; Πού εί­ναι η α­γά­πη του; Πώς στέ­ρη­σε τα μι­κρά α­πό τη μά­να τους; Αχ! Πό­σο ά­δι­κα τα ’νι­ω­θε ό­λα αυ­τά! Η πί­στη της κλο­νί­στη­κε βα­θιά. Χτυ­πού­σαν οι καμ­πά­νες το Με­γα­λο­βδό­μα­δο, μα στη γριά δεν έ­λε­γαν πλέ­ον τί­πο­τε. Τα ό­νει­ρα, η χα­ρά της, η ψυ­χή της ό­λη, κα­τέ­βη­καν στον τά­φο με την κό­ρη της. Α­νά­στα­ση γι’ αυτήν πο­τέ δεν θα ερ­χό­ταν πια.

Στά­θη­κε στο ει­κο­νο­στά­σι της, μα ό­χι για να προ­σευ­χη­θεί. Πά­ει και­ρός που ξέ­μα­θε α­π’ αυ­τά. Πή­ρε μο­νά­χα το κου­τί με τα κει­μή­λια του σπι­τιού της. Αυ­τά που περ­νών­τας α­πό μά­να σε κό­ρη είχαν φτά­σει και σ’ αυ­τήν. Και α­π’ αυ­τήν στην κό­ρη της. Ξε­σκό­νι­σε με το πα­νί που κρά­τα­γε κι ά­νοι­ξε το κου­τί. Χά­ι­δε­ψε δυ­ο μι­κρά μεν­τα­γιόν που στό­λι­ζαν κά­πο­τε τον λαι­μό της κό­ρης της. Τ’ α­σπά­στη­κε μ’ έ­να στε­ναγ­μό. Ξα­νά­κλει­σε το κου­τί κα­θώς τα δά­κρυ­α α­νά­βρυ­ζαν καυ­τά α­π’ τα μά­τια της.

Πι­α­σμέ­να χέ­ρι-χέ­ρι τα δυ­ό της εγ­γο­νά­κια έτρε­χαν χα­μέ­να μέ­σα στο πο­λύ­βου­ο πλή­θος. Τρα­βού­σαν για την ο­λο­φώ­τει­νη εκ­κλη­σί­α, α­π’ ό­που α­κού­γον­ταν οι ψαλ­μω­δί­ες της Α­νά­στα­σης ανα­κα­τε­μέ­νες με της καμ­πά­νας τους χτύ­πους. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά που πή­γαι­ναν στην Α­νά­στα­ση μό­να τους. Τρί­α χρό­νια η γριά, κα­κι­ω­μέ­νη με τον Θε­ό, δεν πά­τη­σε σε εκ­κλη­σιά, καν­τή­λι δεν ά­να­ψε. Κι από­ψε, μπρος στην ε­πι­μο­νή τους, τ’ ά­φη­σε πα­ρά τη θέ­λη­σή της.

Μα τώ­ρα τα παι­διά στα­μά­τη­σαν. Δεν μπο­ρού­σαν να πλη­σιά­σουν στην εκ­κλη­σί­α. Το πυ­κνό πλή­θος έ­κλει­νε α­σφυ­κτι­κά γύ­ρω τους. Ή­ταν α­δύ­να­το να προ­χω­ρή­σουν άλ­λο. Οι α­να­στά­σι­μες λαμ­πά­δες στα μι­κρά χε­ρά­κια τους ήταν α­κό­μα σβη­στές.

 Δεν βλέ­πω τί­πο­τε α­πό ’­δω! δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε το ε­ξά­χρο­νο α­γο­ρά­κι.

 Ού­τε κι ε­γώ! α­πάν­τη­σε η ο­χτά­χρο­νη αδελ­φού­λα του.

 Την τε­λευ­ταί­α φο­ρά μάς κρά­τα­γε ψη­λά στην αγ­κα­λιά της η μα­μά και τα βλέ­πα­με ό­λα. Για­τί να μην εί­ναι και τώ­ρα ε­δώ! α­να­στέ­να­ξε το α­γό­ρι. Αχ! μα­μά μου! Πού εί­σαι; κλα­ψού­ρι­σε πο­νε­μέ­να υ­ψώ­νον­τας τα μά­τια του στον ου­ρα­νό.

 Έ­λα τώ­ρα, μην κλαις μπρο­στά σε τό­σο κό­σμο! προ­σπά­θη­σε η α­δελ­φή του να το πα­ρη­γο­ρή­σει, μα κι αυ­τή με κό­πο συγ­κρα­τι­ό­ταν να μην κλά­ψει.  

Η καρ­διά της πριγ­κί­πισ­σας ρά­γι­σε. Τα μά­τια της γέ­μι­σαν δά­κρυ­α. Το μη­τρι­κό της χέ­ρι α­πλώ­θη­κε α­μέ­σως α­π’ τον ου­ρα­νό και σκού­πι­σε α­πα­λά τα κλα­μέ­να πρό­σω­πα των παι­διών της. Α­πο­ρη­μέ­να στο ζε­στό της άγ­γιγ­μα ε­κεί­να σή­κω­σαν το κε­φά­λι τους. Μια φω­τει­νή πα­νέ­μορ­φη γυ­ναί­κα τα σή­κω­νε και τα ’­σφιγ­γε στην αγ­κα­λιά της.

 Μα­μά! φώ­να­ξαν με δυ­να­τή φω­νή και τα μι­κρά τους χέ­ρια τυ­λί­χτη­καν στο λαι­μό της.

 Παι­διά μου! Α­γα­πη­μέ­να μου!

Η γνώ­ρι­μη μη­τρι­κή φω­νή αν­τή­χη­σε τρυ­φε­ρή στ’ αυ­τιά τους. Γύ­ρω τους ό­λα εί­χαν γί­νει φω­τει­νά. Ού­τε που ρώ­τη­σαν πώς βρέ­θη­κε η μα­μά τους ε­κεί. Κι ού­τε που κα­τά­λα­βαν πώς α­πό τη γη βρέ­θη­καν στ’ α­θε­ώ­ρη­τα ύ­ψη του ου­ρα­νού. Οι μι­κρές τους καρ­διές φού­σκω­σαν από α­νεί­πω­τη ευ­τυ­χί­α. Τους φαί­νον­ταν πως θα σπά­σουν.

Έ­να κρυ­στάλ­λι­νο πα­λά­τι ξε­πρό­βα­λε μες α­π’ τα χρυ­σα­φέ­νια σύν­νε­φα λου­σμέ­νο στο φώς. Α­στρα­πο­βό­λοι άγ­γε­λοι τους προ­ϋ­πάν­τη­σαν, υ­πο­κλι­νό­με­νοι στην πριγ­κί­πισ­σα κι ανοί­γον­τας δι­ά­πλα­τα πύ­λες χρυ­σές. Τα δυο παι­διά έ­βλε­παν εκ­στα­τι­κά.

 Μα­μά, ε­δώ μέ­νεις; ρώ­τη­σε το κο­ρί­τσι θαμ­πω­μέ­νο. Και εί­σαι πριγ­κί­πισ­σα τώ­ρα;

 Ναί, παι­διά μου, α­πάν­τη­σε η μη­τέ­ρα τους. Ο Χρι­στός μού τα χά­ρι­σε όλα αυ­τά, ε­πει­δή σας στε­ρή­θη­κα τό­σο νω­ρίς και για ό­σα υπέ­φε­ρα με την αρ­ρώ­στια μου. Εί­μα­στε μια με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια ε­δώ, γνω­στοί κι α­γα­πη­μέ­νοι ό­λοι με­τα­ξύ μας. Και σή­με­ρα κά­νου­με χα­ρά με­γά­λη για την Α­νά­στα­ση.

Πράγ­μα­τι α­π’ ό­λα τα μή­κη του ου­ρα­νού α­μέ­τρη­τοι άγ­γε­λοι και άν­θρω­ποι φά­νη­καν να προ­χω­ρούν κρα­τών­τας λαμ­πά­δες α­ναμ­μέ­νες και ψάλ­λον­τας μια πρω­τά­κου­στη με­λω­δί­α. Ή­ταν ντυ­μέ­νοι στα λευ­κά και λαμ­πε­ροί σαν τον ή­λιο. Η πριγ­κί­πισ­σα με τα παι­διά της προ­χώ­ρη­σαν μα­ζί τους. Κα­τευ­θύ­νον­ταν προς τον θρό­νο του Χρι­στού. Ε­κεί η πριγ­κί­πισ­σα προ­σκύ­νη­σε ευ­λα­βι­κά τρεις φο­ρές.

 Να με, Κύ­ρι­έ μου, με τα παι­διά που μου έδω­σες! εί­πε κι έ­σπρω­ξε προς τον θρό­νο τα μι­κρά της.

Οι άγ­γε­λοι που στέ­κον­ταν μπρο­στά κι­νή­θη­καν αυθόρ­μη­τα να τα εμ­πο­δί­σουν, θαρ­ρών­τας ά­πρε­πο να πλη­σιά­σουν κον­τύ­τε­ρα. Μα ο Χρι­στός χα­μο­γέ­λα­σε.

 Α­φή­στε τα παι­διά να ’ρ­θουν σε μέ­να και μην τα εμ­πο­δί­ζε­τε! εί­πε με τη γλυ­κειά του φω­νή.

Τα παι­διά πλη­σί­α­σαν και ο Χρι­στός τα πή­ρε στα  γό­να­τά του.

 Κα­λώς τα μου! εί­πε γε­μά­τος κα­λω­σύ­νη. Τα χά­ι­δευ­ε, τα ευ­λο­γού­σε, τα ’­σφιγ­γε στην αγ­κα­λιά του. Κα­λώς τ’ α­γα­πη­μέ­να μου! Τί θέ­λε­τε να κά­νω για σας;

Α­πό το πρό­σω­πό του αν­τι­φέγ­γι­ζε υ­πέρ­λαμ­προ φως κι α­νέκ­φρα­στη ο­μορ­φιά. Μια πρω­τό­γνω­ρη εμ­πει­ρί­α μά­γευ­ε τα παι­διά, έ­κα­νε την καρ­διά τους να λει­ώ­νει α­πό α­γαλ­λί­α­ση. Ω­στό­σο,

 Τη μα­μά μας θέ­λου­με! πε­τά­χτη­κε ο μι­κρός. Α­φού εί­σαι τό­σο κα­λός, για­τί μας την πή­ρες;

 Στον κα­θέ­να γί­νε­ται αυ­τό που όν­τως τον συμ­φέ­ρει. Και σχε­δι­ά­ζε­ται πο­λύ προ­σε­χτι­κά, να μην α­δι­κη­θεί κα­θό­λου. Με βά­θος σο­φί­ας και στορ­γής. Για τη μη­τέ­ρα σας ήρ­θε η ώ­ρα της. Αυ­τὸ ήταν το κα­λύ­τε­ρο για ό­λους σας. Ε­τοι­μά­ζει τώ­ρα με πε­ρισ­σή α­γά­πη τον τό­πο και για σας. Ό­μως, για πέ­στε μου: Δεν εί­χα­τε α­πό­λυ­τη εμ­πι­στο­σύ­νη στη μη­τέ­ρα σας; Ό,τι κι αν έ­κα­νε, δεν ή­ταν πάν­το­τε για το κα­λό σας; Ε, λοι­πόν, αυτό ζη­τά­ω κι ε­γώ. Εμ­πι­στευ­θεί­τε με σαν τη μη­τέ­ρα σας. Ό,τι κι αν γί­νε­ται α­πό μέ­να, εί­ναι, αν ό­χι το πιο ευ­χά­ρι­στο, σί­γου­ρα το κα­λύ­τε­ρο για ό­λα τα παι­διά μου. Τα δώ­ρα μου δεν εί­ναι πάν­τα φα­νε­ρά. Δεν δό­θη­κε σε σας η γνώ­ση για ό­λα τα συμ­βαί­νον­τα ή για τα μέλ­λον­τα. Υπερ­βαί­νει τους ώ­μους σας έ­να τέ­τοι­ο φορ­τί­ο. Ε­σείς μό­νο εμ­πι­στευ­θεί­τε με.

 Και πώς θα ζή­σου­με εμείς χω­ρίς μα­μά; συ­νέ­χι­σε τό α­γο­ρά­κι κοι­τά­ζον­τας, μ’ έ­ναν τρό­πο που μό­νο το παι­δί μπο­ρεί να έ­χει, ί­σια στα μά­τια τον Χρι­στό.

 Εγὼ εί­μαι μά­να και πα­τέ­ρας, α­δελ­φός και συγ­γε­νής για τον κα­θέ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο για σας, τα ορ­φα­νά μου. Τα μά­τια μου α­νύ­στα­χτα, γε­μά­τα ευ­σπλα­χνί­α, θα στρέ­φον­ται α­δι­ά­κο­πα σε σας. Αρ­κεί μο­νά­χα να το θέ­λε­τε, κι ε­γώ θα ’­μαι μα­ζί σας πάν­τα.

Και λέγοντας αυτὰ φώναξε δυνατά:

  Φύ­λα­κες άγ­γε­λοι!

Οι άγ­γε­λοι των δυο παι­διών πλη­σί­α­σαν κλί­νον­τας με σέ­βας το κε­φά­λι.

 Θά ’­στε παν­το­τι­νοί α­κοί­μη­τοι φρου­ροί για τα παι­διά μου ε­τού­τα. Μη λεί­ψε­τε στιγ­μή α­πό κον­τά τους. Πλη­σί­α­σε κι ε­σύ, πριγ­κί­πισ­σα. Για λί­γο σου εμ­πι­στεύ­θη­κα στη γη τα τέ­κνα μου, μα θα ’­ναι και δι­κά σου πια αι­ώ­νια. Φρόν­τι­ζέ τα α­π’ τον ου­ρα­νό, σα να ’­σου­να μα­ζί τους στη γη. Θα πε­ρισ­σεύ­ει πάν­τα στην καρ­διά μου η εύ­νοι­α για τα μη­τρι­κά σου αι­τή­μα­τα.

Αυτά εί­πε ο Χρι­στός και ση­κώ­θη­κε α­πό τον θρό­νο. Όλοι προ­σκύ­νη­σαν ευ­λα­βι­κά τον Κύ­ριό τους. Και τό­τε α­π’ ό­λες τις ε­που­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις, από γη και ου­ρα­νό, α­π’ τη σε­λή­νη, τ’ ά­στρα και τον ή­λιο, α­πό κά­θε πνοή και κά­θε κτί­ση, υ­ψώ­θη­κε μυ­ρι­ό­στο­μη κραυ­γή δο­ξο­λο­γί­ας, ε­πι­νί­κιος τρι­σά­γιος ύμνος που δό­νη­σε τα σύμ­παν­τα.

Σαν βρέ­θη­κε ξα­νά στο πα­ρα­μυ­θέ­νιο της πα­λά­τι, η πριγ­κί­πισ­σα αγ­κά­λια­σε για τε­λευ­ταί­α φο­ρά τα παι­διά.

 Ώρα ν’ α­πο­χαι­ρε­τι­στού­με πια, μι­κρά μου! εί­πε. Μα θα ’­μαι δια­ρκώς κον­τά σας. Και θα σας πε­ρι­μέ­νω ε­δώ, να ζή­σου­με μα­ζί για πάν­τα. Δώ­στε μου την υ­πό­σχε­ση πως δεν θα ξε­χά­σε­τε πο­τέ αυτά που εί­δα­τε κι α­κού­σα­τε α­πό­ψε. Δεν πέ­θα­να λοι­πόν, μα ζω. Το εί­δα­τε!

Ε­νώ μι­λού­σε έβγα­λε από έ­να κου­τί δυο μι­κρά μεν­τα­γιόν με ο­λό­χρυ­σες α­λυ­σι­δί­τσες.

 Να, πάρ­τε κι αυ­τὰ για να θυ­μά­στε πάν­τα την α­πο­ψι­νή βρα­διά, είπε και τα κρέ­μα­σε στο λαι­μό τους. Έ­τσι, μι­κρά μου;

 Δεν θα ξε­χά­σου­με τί­πο­τε, μα­μά, και προ­παν­τός ε­σέ­να! φώ­να­ξαν εκεί­να και σφί­χτη­καν στην αγ­κα­λιά της.

Την ε­πό­με­νη στιγ­μή με τις λαμ­πά­δες α­ναμ­μέ­νες χτυ­πού­σαν την πόρ­τα του σπι­τιού τους.

 Για­γιά, ά­νοι­ξε! φώ­να­ξαν δυ­να­τά.

Σκουν­του­φλι­α­σμέ­νη η γριά πρό­βα­λε στην πόρ­τα και μό­νο που δεν την έ­ρι­ξαν κα­θώς χύ­θη­καν μέ­σα.

 Η μα­μά, για­γιά! Η μα­μά ζει! Την εί­δα­με, για­γιά!

 Σε κα­λό σας! Πα­λα­βώ­σα­τε; Βρή­κα­τε την ώ­ρα για α­στεί­α; τα μά­λω­σε βα­ρύ­θυ­μη.

Ξα­ναμ­μέ­να ε­κεί­να, μ’ έ­να σω­ρό α­συ­ναρ­τη­σί­ες α­π’ τη φό­ρα τους, της δι­η­γή­θη­καν όλα τα κα­θέ­κα­στα. Μα ε­κεί­νη τ’ ά­κου­γε βε­ρε­σέ. Κου­νού­σε το κε­φά­λι της με δυ­σπι­στί­α. Παι­δι­ά­στι­κα όνει­ρα! Μα σαν α­νά­φε­ραν για μεν­τα­γιόν και τα ’­δε κρε­μα­σμέ­να στον λαι­μό τους, α­λα­φι­ά­στη­κε η γριά. Τα πήρε στην πα­λά­μη της, τα κοί­τα­ξε κα­λά κι έ­τρε­ξε ευθύς στο ει­κο­νο­στά­σι. Κα­τέ­βα­σε το κου­τί με τα κει­μή­λια και το ά­νοι­ξε. Τα μεν­τα­γιόν έ­λει­παν.

Τα πό­δια της λύ­θη­καν. Μα δεν πά­ει ώ­ρα που ή­ταν ε­κεί. Τα εί­δε, τα ψη­λά­φη­σε, τα φί­λη­σε. Στο σπί­τι δεν πά­τη­σε ψυ­χή. Ξα­να­κοί­τα­ξε τα μεν­τα­γιόν στο λαι­μό των παι­διών. Δεν υ­πῆρ­χε αμ­φι­βο­λί­α. Ή­ταν τα ί­δια.

 Πού τα βρή­κα­τε αυ­τά; ρώ­τη­σε βρα­χνά, σα­στι­σμέ­νη.

Τα παι­διά εί­παν και ξα­να­εί­παν την ι­στο­ρί­α τους. Κά­πο­τε η γριά έ­δει­ξε ε­πι­τέ­λους να συ­νέρ­χε­ται. Σή­κω­σε τα μά­τια της ψη­λά. Σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε.

 Μέ­γας ει, Κύ­ρι­ε! μουρ­μού­ρι­σε. Άλ­λο και τού­το πά­λι! Εί­δα­τε πραγ­μα­τι­κά τη μά­να σας; Μέ­γας ει, Κύ­ρι­ε, και θαυ­μα­στά τα έρ­γα σου!

Σαν κά­τι πή­ρε ν’ α­να­δεύ­ει μέ­σα της. Κά­τι που πά­λευ­ε να σπά­σει την τα­φό­πλα­κα που ’­πνι­γε την ψυ­χή της.

Ώ­στε ο Θεός μπο­ρεί να βλέ­πει και λί­γο πα­ρα­πέ­ρα α­π’ το δι­κό της το μυα­λό; Να φρον­τί­ζει πραγματικά κι αυ­τός σαν μά­να, σαν πα­τέ­ρας, για κά­τι κα­λό; Κι ό­σα δεν φαί­νον­ται, ν’ α­ξί­ζουν ά­ρα­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­σα βλέ­που­με; Στα φυλ­λο­κάρ­δια της, που τρί­α χρό­νια τώ­ρα ο θά­να­τος τα στοί­χει­ω­νε φρι­χτά, γλί­στρη­σε δει­λά μια πρώ­τη αχτί­δα της Α­νά­στα­σης.

 Το φως, παι­διά, τις λαμ­πά­δες σας! εί­πε ξαφ­νι­κά. Ν’ α­νά­ψου­με το καν­τή­λι.

Κα­θώς υ­ψώ­θη­κε η φλό­γα ι­λα­ρή φω­τί­ζον­τας τη λι­πό­σαρ­κη όψη της, τα ρο­δα­λά πρό­σω­πα των παι­δι­ών και τα ει­κο­νί­σμα­τα, αυ­θόρ­μη­τη ξε­πή­δη­σε απ’ την πλη­γω­μέ­νη της ψυ­χή, χρό­νια φυ­λα­κι­σμέ­νη, η κραυ­γή:

 Χρι­στός ανέ­στη, παι­διά μου!

Και στρέ­φον­τας τα μά­τια της ψη­λά,

 Χρι­στός α­νέ­στη, κό­ρη μου!

 Αλη­θώς α­νέ­στη, μά­να μου! α­πάν­τη­σε μυ­στι­κά α­πό ψη­λά η πριγ­κί­πισ­σα.

Κι ε­νώ τα μά­τια της πλημ­μύ­ρι­ζαν και πά­λι, μα α­πό δά­κρυ­α πλέ­ον χα­ράς, η βα­ρειά βε­λού­δι­νη κουρ­τί­να ξα­νά­κλει­νε αρ­γά το πα­ρά­θυ­ρο του χρό­νου…

ΟΜΑΔΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
ΟΜΑΔΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
Οι δημοσιογράφοι του onprevezanews.gr σας ενημερώνουν 24ωρες το 24ωρο για όλες τις εξελίξεις στην Πρέβεζα, την Ήπειρο, την Ελλάδα και τον Κόσμο. Υπεύθυνος της ομάδας σύνταξης είναι ο δημοσιογράφος Γιάννης Βασιλειάδης.
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Έναρξη Πολιτιστικού Καλοκαιριού Δήμου Ζηρού με τη Γιορτή Λήξης της Σχολικής Χρονιάς

Ο Δήμος Ζηρού καλωσορίζει το φετινό Πολιτιστικό Καλοκαίρι με...

2ος Μαθητικός Αγώνας Δήμου Ζηρού: «Στο Δρόμο του Πελαργού» την Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ο Δήμος Ζηρού διοργανώνει τον 2ο Μαθητικό Αγώνα «Στο...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΠΡΕΒΕΖΗΣ – Τελετή Μνήμης για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην Αθήνα

Με ιδιαίτερη συγκίνηση και αισθήματα σεβασμού προς τη μνήμη...