Εδώ και πολλά χρόνια, σκεφτόμουν πως θα ήταν αν η Αλίκη επιχειρούσε πειραματισμούς στον κινηματογράφο της Μεταπολίτευσης, αν για παράδειγμα έπαιζε σε μια ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου, αν απέδιδε ερμηνευτικά στον κινηματογράφο μια γυναίκα που έρχεται αντιμέτωπη με τις εσωτερικές της ανασφάλειες, με την ίδια της την εικόνα, με τα κοινωνικά στερεότυπα, με τις δομές της ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αναλογιζόμουν το κατά πόσο η Αλίκη θα μπορούσε να εισχωρήσει στο σύμπαν Αγγελόπουλου ώστε να συνδυάζει ερμηνευτικά την ποιητική αλληγορία με την βαθιά ιδεολογική ματιά ή σε ταινίες ολικής κοινωνικής αποκαθήλωσης. Η αντίληψη που είχε εδραιωθεί για την Βουγιουκλάκη αποτυπώνεται εύστοχα σε ένα επεισόδιο από τις «Τρεις Χάριτες», μέσα από τα λόγια της Όλγας Χαρίτου (Άννας Παναγιωτοπούλου): «Μόνο η Βουγιουκλάκη παραμένει ακόμη ίδια». Αυτή η φράση συνειδητά ή ασύνειδα, αποδίδει τον μύθο της Αλίκης στις όποιες εγγραφές της, αρνητικές ή θετικές. Η Αλίκη που ποτέ δεν γερνά, που μαγνητίζει με την τσαχπινιά, που καθηλώνει τα πλήθη αλλά ως προς το πιο απαιτητικό κοινό και ρεπερτόριο εκεί τα πράγματα αλλάζουν.
Τριάντα χρόνια περίπου ύστερα από το θάνατο της Αλίκης, έρχεται μια ταινία καταπέλτης να επιβεβαιώσει τις ανησυχίες μου για τις εκδοχές της πρόσληψης ενός συμβόλου που επέχει τις διαστάσεις ενός πρωτοποριακού για την ελληνική κοινωνία πολιτιστικού φαινομένου. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να νοηθεί καλλιτεχνικά μια εναλλακτική παρουσία της Βουγιουκλάκη στο σινεμά ερήμην της. Η ταινία είναι υβριδική στη βάση του ότι αποδίδει όχι εκδοχές της Αλίκης αλλά θραύσματά της. Ας μην πάμε μακριά. Ας συγκρίνει κανείς τις δηλώσεις της Βουγιουκλάκη στην εκπομπή «Παρασκήνιο» το 1976 με τους εξαιρετικούς μονολόγους των τριών ηρωίδων που αποδίδουν τα τρία πρόσωπα της Αλίκης στην υπό εξέταση ταινία. Θα εντοπιστούν στενές αναλογίες: υπαρξιακή βυθοσκόπηση, καταβαράθρωση στο εγώ, αντίστιξη μεταξύ της καλλιτεχνικής περσόνας και της γυναίκας που βιώνει τη μοναχικότητα στην θηλυκή εκδοχή της. Το 1976 δεν είναι τυχαία ημερομηνία για την Βουγιουκλάκη: χώρισε με τον Παπαμιχαήλ έχοντας προηγηθεί ένα σκληρό διαζύγιο, έχει τελειώσει η παραμυθένια εποχή του Φίνου, επήλθε η Μεταπολίτευση γεγονός που άλλαξε και τις κοινωνικές αναζητήσεις εν γένει του καλλιτεχνικού κόσμου. Ας σκεφτεί κανείς αναλογικά τη Γώγου στο «Μια τρελή τρελή Οικογένεια» και στο «Βαρύ πεπόνι».
Η Αλίκη εκείνο το διάστημα φέρνει στην Ελλάδα τα μιούζικαλ και το υπερθέαμα. Ουσιαστικά, θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να πάει πολύ πιο πέρα από τον μύθο της και να τον κατευθύνει έχοντας απόλυτη συνείδηση της τραγικότητας που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή. Θα είναι μόνη της πια ως αυτεξούσιο στην μετεξέλιξη της μυθοποίησής της. Θα σκηνοθετεί τον εαυτό της, θα ρυθμίζει κάθε γωνία λήψης, θα αποκαθηλώνει τον μύθο της όσο παράλληλα θα τον αναδομεί, θα παίζει με την σεξουαλικότητά της, θα καθορίζει το πόσο συγκαλυμμένη ή επιτηδευμένη θα είναι η θηλυκότητά της (Βίκτωρ Βικτώρια). Θα τολμά να δει το όριο της γυναικείας υπαρξιακής αβύσσου σε ιδιαίτερες θεατρικές επιλογές της, όπως «Φιλουμένα» και «Βαλεντάιν». Οι συγκεκριμένες επιλογές της ίδιας της Αλίκης, συμπεριλαμβανομένης και της «Αντιγόνης» στην Επίδαυρο, πιστοποιούν ακριβώς την πολυφωνία της ως ένα πολιτιστικό σύμβολο σήμα κατατεθέν για την ελληνική μεταπολεμική κοινωνία. Τολμούσε να πειραματίζεται με τη θηλυκότητά της για να δείξει ότι μπορεί να μεταμορφωθεί από το πιο γλυκό πλάσμα στην πιο βαθιά σκεπτόμενη γυναίκα, στην τέχνη και μέσα από αυτή στην απόδοση του εαυτού της. Η ταινία του Μενελάου δεν χτίζει ένα διαφορετικό μύθο για την Αλίκη. Εφαρμόζει θεωρητικά μοντέλα στην προοπτική αποσαφήνισης των πολλαπλών διαστάσεων ενός φαινομένου. Η Αλίκη θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την Μονρόε ή με την Μπαρντό; Είχε κοινά στοιχεία θηλυκότητας; Πώς αναπαριστά το «θηλυκό» η Βουγιουκλάκη, ως αυτοέκφραση ή ως κομμάτι που δεν της ανήκει στην ολότητα των εκφάνσεων, άρα ως performance;
Εύστοχα, ο Μενελάου δείχνει τρία πρόσωπα της Αλίκης, της σταρ, της γυναίκας, της «μετά-σταρ». Η τελευταία είναι αυτή που ανακλά κάθε κραδασμό του μύθου, όπως εσωτερικεύεται στο συλλογικό ασύνειδο, όπως δραματοποιείται στα εκάστοτε χωροχρονικά πλαίσια για να συμπορευτεί με τις αντίστοιχες πολιτισμικές- μετανεωτεριστικές αναζητήσεις. Στην τρίτη κατηγορία, η φεμινιστική θεωρία διαχέεται στην queer θεώρηση όχι για να αντικρούσει η μια την άλλη αλλά για να επαναπροσδιοριστούν τα όρια του επιτρεπτά θηλυκού πέρα και πάνω από τις εκάστοτε νόρμες.
Η θηλυκότητα και η νεανικότητα μπαίνουν στο ζύγι ορισμένες φορές ως ελλείποντα σημεία προς διεκδίκηση. Με αυτή τη διττή οπτική, μπορεί να γίνει πιο ανοιχτός ο σημασιολογικός κώδικας που θέλει τη σταρ πάντα απαστράπτουσα και σύμβολο δροσιάς, με ψεύτικες βλεφαρίδες, με έντονο μακιγιάζ, με κοντινά πλάνα ώστε να διαφανεί το αναλλοίωτο πρόσωπο στο χρόνο. Εδώ, φυσικοποιείται η γκροτέσκα απόδοση του θηλυκού ως συνειδητή επιτελεστική ταυτότητα όσο και στην queer εκδοχή. Τα στοιχεία που συγκινούν ιδιαίτερα στην ταινία είναι τα κοντινά πλάνα, οι σπαρακτικοί μονόλογοι για την κάθε περίπτωση Αλίκης, η εσωτερική της φωνή που είναι καταδικασμένη πάντοτε να εγκλωβίζεται στους αεροστεγείς τοίχους του κλειστού χώρου, δίχως να εισακούγεται στον έξω χώρο ως αντίλαλος ελευθερίας, οι ταλαντεύσεις μεταξύ αυτοδέσμευσης και αποκαθήλωσης της εικόνας. Η φωτογραφία της ταινίας είναι πραγματικά εξαίσια, αποδίδοντας όχι μια σκοτεινή σύλληψη αλλά μια ελεύθερα πειραματική, έναν επαναπροσδιορισμό της σταρ με τις σκηνοθετικές ενδείξεις μιας ηφαιστειακής «μετά-σταρ» που γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες του παιχνιδιού.
Εκείνη επικαθορίζει πότε θα χάσει, πότε θα κερδίσει, πότε θα δώσει «παράσταση», πότε θα είναι αληθινή, πότε θα αφήσει την τραυματική μνήμη του εμφύλιου να απλωθεί, πότε θα την βυθίσει στο θαμμένο λιμάνι της απωθημένης ετερότητας. Είναι μέρος του ιστορικού χρόνου, αλλά από τη στιγμή που γίνεται μια υπαρξιακή «μετά-σταρ» ως αποδομημένη εκ των έσω ντίβα, τότε ξεκλειδώνει όσο και συνέχει και τις τρεις εκδοχές της στην ταινία, εκτοξεύεται στην στρατόσφαιρα του υπερβατικού για να αναιρέσει τη μουσειακή εικόνα της «ναζιάρας» και να θεμελιώσει τον αέναο ρόλο της γυναίκας που στο γυμνό αντρικό σώμα, σε επίπεδο ψυχαναλυτικών και φεμινιστικών θεωρητικών μοντέλων, ενατενίζει την επιζητούμενη αποκατάσταση του «θηλυκού» ως ανεστραμμένη εκδοχή του αντρικού. Εξαιρετικά ενδιαφέρον το σενάριο και η σκηνοθεσία. Η Αλίκη εδώ συναντά ξανά την Βουγιουκλάκη χωρίς την παρέμβαση της «Εθνικής Σταρ».
Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, κριτικός κινηματογράφου























