Η ΦΟΝΙΣΣΑ ΜΑΝΑ… γράφει ο π. Δημήτριος Μπόκος

Ημερομηνία:

Ούτε που κατάλαβε πώς έπεσαν όλοι να τη φάνε ζωντανή. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να φανερώσει το μυστικό της και αμέσως στήθηκε στενή πολιορκία γύρω της.Μια συντονισμένηπολυμέτωπη επίθεση ενορχηστρώθηκε εναντίον της. Μα ποιο ήταν το πρόβλημα;

Η Δώρα ήταν έγκυος, μα το παιδί αυτό δεν έπρεπε να γεννηθεί.

Και ποιος το έλεγε αυτό; Όλοι φυσικά. Και πρώτος και καλύτερος ο φίλος, το αγόρι της.

Η Δώρα δεν ήταν παρά μια έφηβος. Ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι.Και δεν της επιτρεπόταν ακόμα να ορίζει μόνη της τα πάντα για τον εαυτό της. Τη θεωρούσαν,και ήταν βέβαια, ανήλικη ακόμα, μικρή. Ωστόσο δεν της απαγορευόταν, και η ίδια δεν δίσταζε, να έχει δραστηριότητες αρκετά προχωρημένες. Και μάλιστα νόμιζε ότι είχε αργήσει κιόλας. Της άρεσαν τα ηδέα της ζωής, τα ευχάριστα και ωραία, όχι όμως και οι ευθύνες που τα συνοδεύουν κάποτε. Οι γονείς της την ήθελαν ξύπνια, κοινωνική, σύγχρονη, ανοιχτή, με παρέες. Μα κάποτε έχουν και αυτά το τίμημά τους. Δεν είναι πάντα ανώδυνα. Και η Δώρα το έμαθε γρήγορα αυτό, και ως συνήθως, με τον δυσάρεστο τρόπο.

Είχε πασχίσει και τα κατάφερε να κάνει σχέση με έναν γοητευτικό μεγαλύτερό της, σχεδόν εικοσάχρονο, με αρκετή ήδη φήμη και πέραση στο ωραίο φύλο. Μα όπως αποδείχτηκε, ο ναρκισσισμός του πρώτευε σε όλα, περίσσευε. Δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια για να προσέξει, να φροντίσει, να προστατέψει, να νοιαστεί πραγματικά και τη σύντροφό του. Έτσι, δεν πέρασε πολύς καιρός και η Δώρα βρέθηκε με μια ωραία εγκυμοσύνη. Ήταν γι’ αυτήν κεραυνός εν αιθρία. Ο κόσμος της όλος αναποδογύρισε. Το μόνο που δεν είχε προβλέψειποτέ μέχρι τότεστο πρόγραμμά της ήταν αυτό. Να φορτωθεί στα δεκαέξι της ένα παιδί.

Και τώρα;

Ενημέρωσε αμέσως το φίλο της. Μα εκείνος την αποπήρε άγρια. Δεν δέχτηκε να το συζητήσει ούτε στιγμή.

  Αύριο κιόλας στο γιατρό! της φώναξε ορθά-κοφτά. Διωχ’ το αμέσως από μέσα σου. Αλλιώς εμένα ξέγραψέ με, δεν θα με ξαναδείς. Είπαμε να χαρούμε τη ζωή, όχι να τη χαραμίσουμε.

Της ανέβηκε της Δώρας το αίμα στο κεφάλι.

  Έτσι λοιπόν, παλικαρά μου; Ως εδώ ήταν η αντρειοσύνη σου; Δεν φτουράει παραπέρα καθόλου;Ε, λοιπόν, θα σου το πω μονάχα μια φορά, και μάθε το καλά. Είτε κρατήσω το παιδί μου είτε όχι, μαζί τελειώσαμε! Κλείνουν για σένα πιαοριστικάοι πόρτες της ζωής μου. Δρόμο λοιπόν, τιποτένιο, ανεύθυνο, θρασύδειλο ανθρωπάκι! Χάσου απ’ τα μάτια μου, και μη σε ξαναδώ μπροστά μου!

Τον έφτυσε κατάμουτρα, του γύρισε απότομα την πλάτη της και,χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω της, έφυγε αφήνοντάς τον σύξυλο.

Και τώρα;

Πέρασε μέρες σε φοβερή αναστάτωση. Έχασε το γέλιο της, τον ύπνο της, την όρεξή της. Παράτησε το διάβασμα, έκανε απουσίες ένα σωρό. Μια βαρειά κατάθλιψη την κυρίευσε. Οι γονείς της είδαν την αλλαγή, ανησύχησαν. Την πίεσαν να τους δώσει εξηγήσεις. Στην αρχή αρνιόταν να μιλήσει, αλλά τελικά, μη βλέποντας λύση στο αδιέξοδο, αναγκάστηκε να τους φανερώσει το μυστικό.

Πέσαν απ’ τα σύννεφα οι άνθρωποι. Τί θα έκαναν τώρα; Δεν είχαν αντιμετωπίσει ποτέ κάτι παρόμοιο. Το σκέφτηκαν για λίγο. Είπαν να το κουβεντιάσουν και με τους δικούς τους,αδέρφια δηλαδή, τους πιο κοντινούς. Μα το πράγμα δεν άργησε να κυκλοφορήσει. Εμπιστευτικά δήθεν, αλλά ξέφυγε. Ο συγγενικός περίγυρος έγινε σύντομα στενός κορσές, ασφυκτικός κλοιός για τη Δώρα.

Ο πατέρας της αποδείχτηκε κάθετος τελικά.Έβλεπε το βάρος μιας ανεπιθύμητης κυοφορίας συντριπτικό για την ανήλικη κόρη του. Ήταν αδιανόητο πράγμα, άκρως καταστροφικό, η εισβολή ενός παιδιού στη ζωή της τώρα.Η κόρη του ήταν ακόμα παιδί. Μια μικρή, ανώριμη δεκαεξάχρονη. Ο απροσδόκητος, απρογραμμάτιστος, ανέλπιστοςερχομός ενός παιδιού θα σήμαινε την πλήρη ανατροπή. Το μέλλον, οι σπουδές, η καριέρα,τα όνειρά της,τα πάντα θα τινάζονταν στον αέρα.

Η Δώρα πάλευε. Καταλάβαινε μια χαρά τονπατέρα της. Οι ίδιες σκέψεις αλώνιζαν και μέσα της, ταλάνιζαν χωρίς οίκτο την ψυχή της. Μα και πάλι,πώς να απαλλαγεί απ’ το παιδί τηςέτσι απλά;Δεν ήταν τόσο ασήμαντο το πράγμα. Σαν να πέταγε ένα βρώμικο ρούχο από πάνω της, και … ούτε γάτα ούτε ζημιά! Την εκνεύριζε που όλοι ξεφύτρωσαν ξαφνικά συμβουλάτορες δίπλα της και την παρακινούσαν να μην το σκέφτεται καθόλου. Πως είναι τόσο απλό και συνηθισμένο, ένα τίποτε πια αυτό το πράγμα σήμερα. Και πως δεν θ’ άξιζε για μια επιπολαιότητα της στιγμής να καταστρέψει ανεπανόρθωτα τη ζωή της.

Μα η αιχμή του δόρατος όλων των καλοθελητών που τη στόχευαν με τα «στοργικά» βέλη τους, ήταν η θεία της. Αδελφή του μπαμπά της, μορφωμένη γυναίκα, αλλά και σκληρή φεμινίστρια. Δεν θα το άντεχε να μην συμβουλέψει δεόντως την άτυχη ανιψιά της.

  Το θέμα αυτό ανήκει πλέον στα πράγματα που έχουν λυθεί οριστικά και δεν προβληματίζουν σήμερα τον άνθρωπο, της είπε με ακαδημαϊκό, δασκαλίστικο ύφος. Η γυναίκα έκανε επικούς αγώνες για να κερδίσει την ελευθερία της από τα δεσμά που τη σφιχτόδεναν στο σκοταδιστικό παρελθόν. Κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές αντιλήψεις που την ήθελαν υποταγμένη, καταπιεσμένη, χωρίς γνώμη, χωρίς λόγο και δικαίωμα στη ζωή, έχουν πάει μια για πάντα στον κάλαθο των αχρήστων. Έχει κερδίσει τα αναφαίρετα δικαιώματα να αποφασίζει ελεύθερα για τη ζωή της, να διαθέτει το κορμί της όπως θέλει, να ρυθμίζει τη σεξουαλικότητά της και όλα τα του εαυτού της κατά βούληση, με μια κουβέντα, να αυτοπροσδιορίζεται. Και η διακοπή της κύησης είναι κατακτημένο της δικαίωμα χάρη στους σκληρούς αγώνες του φεμινισμού. Δεν μπορεί πια να της το στερήσει κανένας σήμερα. Το σώμα σου είναι το κάστρο σου. Εσύ αποφασίζεις τί θα γίνει σ’ αυτό. Και το έμβρυο κομμάτι του κορμιού σου είναι. Το κόβεις και το πετάς όποτε θέλεις, χωρίς να χρωστάς να δώσεις λόγο σε κανένα. Η ζωή σου ολόκληρη σου ανήκει. Πάρε την στα χέρια σου. Μην αφήσεις κανέναν και τίποτε να σου την καταστρέψει. Όχι άλλα πισωγυρίσματα σε σκοταδιστικές εποχές!

Η Δώρα άκουγε σιωπηλή, μα ανέβαζε μέσα της στροφές.

  Θειούλα μου αγαπημένη, της είπε με κάποια ειρωνεία όταν εκείνη τελείωσε, μου τα ’χεις ξαναπεί όλ’ αυτά πολλές φορές και τα ξέρω καλά. Κράτα για τον εαυτούλη σου τα βολικά φεμινίστικατροπαριάκιασου για τα αναφαίρετα δικαιώματά μας. Φυσικά και έπρεπε να βγει απ’ τη δουλεία η γυναίκα, απ’ την υποταγή, την κακομεταχείριση, δεν αντιλέγω. Μα τώρα έφτασε στο άλλο άκρο. Τα έκανε όλα απόλυτο δικαίωμά της. Δεν είναι κομμάτι του κορμιού μας το παιδί, όσο κι αν μας βολεύει να το λέμε έτσι για να κοιμίζουμε τη συνείδησή μας καλά. Είναι μια άλλη ζωή και μάλιστα ανυπεράσπιστη, αδύναμη ζωή, που δεν δικαιούμαστε να την αγγίξουμε καθόλου. Ένας άλλος άνθρωπος έξω από μας. Η προστασία της ζωής του είναι χρέος μας πρωταρχικό και όχι πισωγύρισμα στον σκοταδισμό, όπως σου αρέσει υποκριτικά να λες. Αφουγκράστηκες ποτέ τη σιωπηλή του κραυγή, όταν το κομματιάζουν ανελέητα; Κι αλήθεια, κατά τη γνώμη σου, πότε αποκτάει δικαίωμα στη ζωή; Πότε, σε ποια φάση ακριβώς, γίνεται άνθρωπος;Πότε αρχίζει για σένα ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή; Από την αρχή, από την πρώτη στιγμή της σύλληψης,είναι άνθρωπος, με σώμα και ψυχή, με όλα τα δικαιώματα στη ζωή, κι ας μην το παραδέχεσαι.

Κάτι πήγε να πει ξανά η θεία που πέταγε σπυράκια όταν άκουγε για ψυχή και τέτοια, μα η Δώρα την έκοψε.

  Άστα, θειούλα μου, μην προσπαθείς, ξέρω τί θα μου πεις, δεν ωφελεί. Δεν ξέρω ακόμα τί θα κάνω με το παιδί μου. Όμως, αν είναι να μην το κρατήσω, δεν θα το κάνω γιατί πιστεύω πως είναι τάχα ένα άχρηστο κομματάκι κρέας στο σώμα μου. Αλλά γιατί βρίσκομαι σε φάση που μού είναι όντως ασήκωτο βάρος ένα παιδί. Δεν ξεγελώ τον εαυτό μου. Αν θα το κάνω, από δειλία και αδυναμία θα το κάνω. Εν γνώσει μου θα σταματήσω μια ζωή, θα σκοτώσω άνθρωπο. Θα πετάξω αυτό το βάρος από πάνω μου, μα θα φορτώσω την ψυχή μου με άλλο βάρος παντοτινό. Μην παιδεύεσαι να μου χρυσώσεις το χάπι, θειούλα μου. Εκτιμώ το ενδιαφέρον σου, να ’σαι καλά, μα άσε με στο βάσανό μου!

Η διαβασμένη θείαδεν τόλμησε να συνεχίσει περισσότερο. Τα μάζεψε μουδιασμένη και έφυγε. Τα παιδιά, με την ανόθευτη ευθυκρισία τους, βλέπουν πιο καθαρά τα πράγματα απ’ τους μεγάλους.

Μες στον ατέλειωτο ορυμαγδό των συζητήσεων, η μόνη που βρέθηκε πραγματικά στο πλευρό της νεαρής κοπέλας,ήταν η μάνα της.

  Όλα είναι εναντίον σου, κόρη μου, της είπε. Μα εγώ δεν στέκομαι στα πρακτικά. Δεν λέω, είναι τεράστιο πρόβλημα να κουβαλάς από τώρα ένα μωρό στην πλάτη σου, μα όλα αυτά, όσο δύσκολα κι αν είναι, αντιμετωπίζονται, δεν είναι το χειρότερο. Εκείνο που δεν διορθώνεται και δεν γυρίζει πίσω, είναι η αφαίρεση της ζωής. Όσο κι αν θέλει ο κόσμος σήμερα να το υποβαθμίζει το θέμα, να το βλέπει σαν ένα τίποτε, επειδή έτσι τον βολεύει, δεν παύει να είναι πάντα αυτό που είναι: Ο τερματισμός μιας ζωής. Της ζωής του παιδιού σου. Και αυτό δεν είναι κάτι που θα σε αφήσει ποτέ σε ησυχία, ακόμα κι αν το απωθήσεις στο σκοτεινότερο άδυτο της ψυχής σου. Θα το έχεις πάντα απέναντί σου. Κράτησέ το, κόρη μου! Μην έρχεσαι αντιμέτωπη με τον Θεό. Εγώ θα σου το μεγαλώσω, γλυκειάμου, μη φοβάσαι, μην έχεις έγνοια καθόλου γι’ αυτό.

  Το ξέρω πως θα το κάνεις, μαμά μου, είπε η Δώρα πέφτοντας στην αγκαλιά της με δάκρυα, μα αυτό ακριβώς είναι που δεν θα ’θελα ποτέ να γίνει. Να σταυρωθείς εσύ για χατίρι δικό μου. Ξέρω πως το εννοείς πραγματικά και είσαι έτοιμη να θυσιάσεις τα πάντα γι’ αυτό.Το πιστεύω κι εγώ πως είναι έγκλημα αυτό που με παρακινούν να κάνω, μα δεν μπορώ να θυσιάσω εσένα για να ξεφύγω εγώ. Δεν θέλω να χαλάσω το παιδί μου, αν και δεν αισθάνομαι ακόμα τίποτε γι’ αυτό, είναι πολύ νωρίς για να νιώσω από τώρα μάνα, μα δεν μπορώ να σου μεταφορτώσω τέτοιο βάρος, όσο κι αν είσαι πρόθυμη να το σηκώσεις. Πραγματικά δεν ξέρω τί να κάνω. Ίσως καλύτερα να αφεθώ στα χέρια του Θεού, που και να με δείρουν ακόμα, θα με δείρουν φιλάνθρωπα.

Η Δώρα πάλευε. Δεν μπορούσε να πάρει απόφαση. Πέρασε μέρες μαρτυρικές. Μα στο τέλος νίκησαν οι πολλοί, την κλόνισαν. Με το πες-πες ο ένας, ο άλλος, κατάφεραν με τα πολλά να τη φέρουν στα νερά τους. Ορθώθηκε τελικά πελώριο μέσα της, φάνταξε ανυπέρβλητοτο πρόβλημα ενός παιδιού στα δεκαέξι της. Δεν ήταν παρά μια ανήλικη, ένα παιδί ακόμα κι αυτή. Με βαρειά καρδιά σύρθηκε στη μαιευτική κλινική. Με συνοπτικές διαδικασίες το ανεπιθύμητο βάρος φυγαδεύτηκε απ’ το κορμί της. Μα βάρυνε αμέσως η ψυχή της, που είχε ακόμα την παιδική καθαρότητα και ειλικρίνεια να βλέπει τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση, μακριά απ’ τους παραμορφωτικούς φακούς της υποκρισίας των μεγάλων.

Έχασε τον ύπνο της, καθώς οι σιωπηλές κραυγές του μωρού της συγκλόνιζαν δραματικά τα όνειρά της. Οι νύχτες κατάντησαν εφιαλτικές. Ήταν φορές που ξυπνούσε αλαφιασμένη, σαν από κλάμα μωρού, πνιγμένη στα δάκρυα. Άλλοτε τιναζόταν σύγκορμη, καθώς ένα μωρό πλανιόταν συχνά απ’ τα σκοτάδια προς το μέρος της, τέντωνε τα ματωμένα χεράκια του και της φώναζε σπαραχτικά:

  Μη με αφήνεις, μαμά μου! Σώσε με, μαμά μου!

Ένιωθε να συνθλίβεται από το βάρος των ενοχών της. Ήταν λοιπόν μια φόνισσα; Σκέπασε με ένα πανί την εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας που είχε στο δωμάτιό της. Δεν άντεχε να αντικρύζει το βλέμμα της. Δεν τόλμαγε ούτε να υψώσει τη σκέψη της στον Θεό.

Η μάνα της θλιβόταν, αγωνιούσε. Την αγκάλιαζε, τη φιλούσε, πάσχιζε να ελαφρύνει την κατάσταση. Με τα πολλά κατάφερε να την παίρνει μαζί της κάπου-κάπου στη Θεία Λειτουργία.

Η Δώρα δεν έλειπε μικρή από την Εκκλησία, αλλά στην εφηβεία της κάπου τα είχε παρατήσει αυτά. Και να που τώρα, ξαναμπαίνοντας στον οικείο της χώρο, άρχισε να νιώθει σιγά-σιγά καλύτερα. Ανεπαίσθητα στην αρχή, όλο και περισσότερο κατόπιν, η ψυχή της άρχισε λιγάκι να ανασαίνει. Αποτόλμησε μάλιστα να σταθεί κάποτε μπρος στην εικόνα της Παναγίας. Γονάτισε με συντριβή και με τα μάτια της υγρά ψιθύρισε:

  Συχώρεσέ με, Παναγία μου! Εσύ μόνο μου έμεινες.

Ένας ξένος ιερομόναχος λειτούργησε μια μέρα στον ναό τους. Η σεβάσμια μορφή του, το ήρεμο ύφος του, ο ιεροπρεπής του τρόπος, την τράβηξαν. Στο τέλος, χωρίς να το ’χει προσχεδιάσει, κάτι την έσπρωξε να τον πλησιάσει. Του ζήτησε να της διαθέσει λίγα λεπτά. Ο γέροντας συναίνεσε. Η Δώραένιωσε την ανάγκη να ξεδιπλώσει αυθόρμητα την ψυχή της μπροστά του. Με δάκρυα και λυγμούς εξέθεσε τα πάντα, ομολόγησε το τρομερό της ολίσθημα.

  Υπάρχει ελπίδα για μένα; ρώτησε με απόγνωση.

Ο γέροντας την άκουσε προσεκτικά.

  Μεγάλες όντως οι αμαρτίες σου, παιδί μου! της είπε με συμπάθεια. Πρώτα, η ανευλόγητη σχέση σου.Μόλυνες τον ναό του Αγίου Πνεύματος, το σώμα σου. Και η πρώτη σου αμαρτία έφερε ξοπίσω της τη δεύτερη, τη μεγαλύτερη.Αλλά θάρρος, κόρη μου! Μην απελπίζεσαι. Ο Θεός δεν έπαψε να σε αγαπάει το ίδιο, όπως και πρώτα. Δεν θα σε απορρίψει ποτέ. Απ’ τη στιγμή που θέλεις να ξαναγυρίσεις κοντά του, η αγκαλιά του είναι πάντα ανοιχτή. Μην έχεις την παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό. Είσαι πολύτιμη πάντα, ανεκτίμητη γι’ αυτόν.

  Με το παιδί όμως τί γίνεται; Δεν πρόκειται να γυρίσει ξανά στη ζωή.

  Σίγουρα, υπάρχουν και μη αναστρέψιμες συνέπειες από την αμαρτία μας. Αυτά τα αφήνουμε στο έλεος του Θεού. Εκείνος θα τα διαχειρισθεί με τον καλύτερο τρόπο.

  Η μάνα μου λέει πως η ανεπανόρθωτη ζημιά είναι διπλή.Δεν χάνει τη ζωή του απλώς ένα παιδί, μα ένα αβάπτιστο παιδί. Του κλείνουμε την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού.

  Έτσι μας είπε ο Χριστός.Στη Βασιλεία του θα μπούνε μόνο οι βαφτισμένοι, οι γεννημένοι«εξ ύδατος και Πνεύματος». Αλλά τα κρίματα του Θεού, οι σοφές του ενέργειες, οι τρόποι του, οι λύσεις του, είναι άπειρες, ανεξερεύνητη άβυσσος. Μπορεί λοιπόνκι αυτό να το βολεύει κάπως η απέραντη αγάπη του. Ποιος ξέρει; Αποκλείεται να θεωρήσει ως βάπτισμα αίματος τον μαρτυρικό θάνατο του αγέννητου παιδιού,όπως γινόταν και με πολλούς μάρτυρες;

  Εγώ τί θα μπορούσα να κάνω γι’ αυτό;

  Να προσεύχεσαι για την ψυχή του καθημερινά. Δος του ένα όνομα και κάνεκομποσχοίνιτακτικά γι’ αυτό. Και να δίνεις ελεημοσύνες,όταν μπορείς, ειδικά για την ψυχούλα του. «Για τοαδικοχαμένο μου παιδίαυτά, Χριστέ μου», να λες. Και είναι μεγάλος ο Θεός!

  Και με μένα; Τί θα γίνειμε όλ’ αυτά που έχω κάνει;

  Ας δούμελοιπόν και τον δικό σου κανόνα. Και πρώτα-πρώτα, κάθε μέρα να μετανοείς για όσα έπραξες. Βέβαια, θα συγχωρηθούναμέσως τώρα οι αμαρτίες σου, με την εξομολόγηση που έκανες, μα εσύ μην τις ξεχάσεις ποτέ. Να τις θυμάσαι πάντα, να μετανοείς κάθε μέρα. Αυτό θα σε κρατάει σε ταπείνωση, θα ανεβάζει την ψυχή σου στον Θεό. Και θα σε προφυλάξει από παρόμοιες αμαρτίες ξανά.

Στο εξής λοιπόν, μακριά από ανευλόγητες σχέσεις. Αρκετά τσαλάκωσες την ψυχή σου μ’ αυτές. Είσαι ναός Θεού, σ’ αυτόν ανήκεις, μην το ξεχνάς. Φύλαξε τη θεϊκή σου εικόνα, «σεαυτόναγνόντήρει».Άσε τον κόσμο και τα μυαλά του. Ξέρει μόνο να βάζει το θέλημά του πάνω κι απ’ τον Θεό. Μοναδικό του κριτήριο, η φιλήδονη ευχαρίστηση, η φίλαυτη καλοπέρασή του.

Να προσεύχεσαι και να νηστεύεις όπως ορίζει η Εκκλησία μας για όλους τουςΧριστιανούς. Και λίγες στρωτές μετάνοιες, εδαφιαίες, αν μπορείς, ακόμα καλύτερα. Νέο κορίτσι είσαι, δεν θα σε δυσκολέψουν αυτές.

Μα το σπουδαιότερο απ’ όλα, βάλε τη Θεία Λειτουργία ανελλιπώς στη ζωή σου. Από εκεί θα έχεις τη μεγαλύτερη ευλογία. Από τη Θεία Κοινωνία όμως μακριά!

  Ως πότε, γέροντα; Δεν θα ξανακοινωνήσω ποτέ;

  Θα κοινωνήσεις, κόρη μου! Σιγά-σιγά, με υπομονή. Όλα στην ώρα τους. Να κάνεις πρώτα τον κανόνα σου. Να καταφέρεις πρώτα καλά αυτά που είπαμε. Και όταν θα ’ναι ο καιρός, θα κοινωνήσεις.

Αλάφρωσε λιγάκι η ψυχή της. Πώς τη φώτισε ο Θεός και μίλησε στον αγιασμένο άνθρωπο; Άρχισε να παίρνει τα πάνω της σιγά-σιγά, να κάνει καταπώς τη συμβούλεψε. Στη θύμηση των αμαρτιών της έκλαιγε καθημερινά. Μα όχι πια απελπισμένα. Ο ύπνος της πήρε να ηρεμεί, οι φριχτοί εφιάλτες της χάθηκαν. Η σκέψη του Θεού δεν τη φόβιζε πια. Τη γέμιζε γλυκειά ελπίδα και εμπιστοσύνη. Προσευχόταν κατανυκτικά, ήρεμα, ταπεινά. Ξεσκέπασε και την εικόνα της Παναγίας στο δωμάτιό της. Την έπαιρνε αγκαλιά στο κρεβάτι της κάθε βράδυ.

  Μη με εγκαταλείψεις κι εσύ, Παναγία μου! Ελέησέ με, Κύριε, τη φόνισσα δούλη σου!

Οι μήνες πέρασαν, «έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή»,η Μεγάλη Σαρακοστή. Μια Κυριακή ο ξένος ιερομόναχος ξαναφάνηκε στον ναό τους. Τη φώναξε κοντά του μετά τη Λειτουργία, μίλησαν, της έδωσε οδηγίες να νηστέψει λίγο παραπάνω τη Σαρακοστή. Της έλυσε τον κανόνα και της έδωσε ευλογία να κοινωνήσει το Πάσχα. Η Δώρα πέταξε απ’ τη χαρά της.

Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, πρωί-βράδυ, δεν έλειψε στιγμή από την Εκκλησία. Ήταν η πρώτη φορά που ζούσε πραγματικά βήμα-βήμα το κατανυκτικό μεγαλειώδες μυστήριο του θείου Πάθους.

Έφτασε και το πολυπόθητο βράδυ της Ανάστασης.Οχαρμόσυνος παλμός του συνεπήρε τα πάντα. Με τη λαμπάδα της αναμμένη στο χέρι, γεμάτη φως έξω και μέσα, πλησίασε κι αυτή τελευταία,ταπεινά, με καρδιοχτύπι, τρέμοντας, να κοινωνήσει. Μέσα της προσευχόταν αδιάλειπτα,σιωπηλά.

  Ελέησέ με, Κύριε, την …

  Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού

  Φόνισσα! παραλίγο να της ξεφύγει αυθόρμητα, λόγω κεκτημένηςπροσευχητικής συνήθειας.

  Θεοδώρα,συνέχισε ο ιερέας που τη γνώριζε φυσικά από μικρή, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον…

Ο Χριστός αγκάλιαζε με άπειρη στοργή το αγαπημένο του πλάσμα. Δεν έβλεπε καμμιά φόνισσα μπροστά του. Της φάνηκε πως ανέτειλε μέσα της ανέσπερο φως. Τα πάντα γέμισαν χαρά. «Ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια».

Όλα ήταν φωτεινά, πολύ φωτεινά,εκείνη τη λαμπριάτικη νύχτα.Ακόμα και τα όνειρά της.Καθώς σε λίγο έγερνε με την εικόνα της Παναγίας, ως συνήθως, στην αγκαλιά της και τα μάτια της σφάλιζαν νυσταγμένα, η αναστημένη ψυχή της συνέχισε να πετάει στα λαμπερά λιβάδια του Παραδείσου. Μέσα από μυριάδες ολοφώτεινες μορφές, ένα γελαστό παιδάκι με αγγελική θωριάξεχώρισε, αστράφτοντας στο φως. Την πλησίασε.

  Μαμά, μαμά μου! φώναξε απλώνοντας τα χεράκια του γεμάτο χαρά.

Η Δώρα σκίρτησε.

  Παιδί μου! Αγαπημένο μου παιδί! φώναξε δυνατά και το άρπαξε με λαχτάρα στην αγκαλιά της. Το φιλούσε κλαίγοντας από χαρά, δεν χόρταινε να το σφίγγει, να το χαϊδεύει.

  Θα με συχωρέσεις ποτέ, γλυκό μου αγόρι; Θα συχωρέσεις την άκαρδη μάνα σου;

  Σ’ αγαπάω πολύ, μαμά μου, πάντα θα σ’ αγαπάω! Και θα σε περιμένω να ζήσουμε εδώ παντοτινά, τη ζωή που δεν ζήσαμε ποτέ μαζί στη γη.

Ξύπνησε με το μαξιλάρι της μουσκεμένο από το κλάμα.

Μα ήταν η πρώτη φορά που αισθανόταν να τρέμουν συθέμελα τα έγκατά της, από χαρά και συγκίνηση τρελά να φτεροκοπάει η ψυχή της!

Πάσχα 2026

ΟΜΑΔΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
ΟΜΑΔΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
Οι δημοσιογράφοι του onprevezanews.gr σας ενημέρωνουν 24ωρες το 24ωρο για όλες τις εξελίξεις στην Πρέβεζα, την Ήπειρο, την Ελλάδα και τον Κόσμο. Υπεύθυνος της ομάδας σύνταξης είναι ο δημοσιογράφος Γιάννης Βασιλειάδης.
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img
spot_imgspot_img

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Γιορτή της Μητέρας στην Πρέβεζα: Παιδιά και γονείς γέμισαν τη Δημοτική Βιβλιοθήκη με αγάπη και δημιουργία

Με μεγάλη προσέλευση παιδιών και γονέων πραγματοποιήθηκε την Κυριακή...

Νοσοκομείο Πρέβεζας – 12 Μαΐου-Παγκόσμια Ημέρα Νοσηλευτή

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Νοσηλευτή, η Διοίκηση του...

Θεατρική παράσταση από το 1ο δημοτικό σχολείο Πρέβεζας

Το 1ο Δημοτικό Σχολείο Πρέβεζας παρουσιάζει την Τετάρτη 13...