Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026 - 16:12

”Μνήμες και αναμνήσεις από τον αντιφασιστικό μας πόλεμο”, γράφει ο Γιάννης Ρέντζος

Για την παρουσίαση του βιβλίου της Ρούλας Γαλάνη με τίτλο Φιγούρες (Εκδόσεις Γκοβόστη, 2024). Θεοφάνειος, Πρέβεζα, 31 Ιαν. 2026.

Μου συμβαίνει συχνά, όταν έχω στα χέρια μου ένα λογοτεχνικό βιβλίο που έχω μόλις αγοράσει, να το ανοίγω σε μια σελίδα και να το διαβάζω, όχι πεταχτά και ξεφυλλίζοντας, αλλά στη δική του διαδοχή των σελίδων σαν να βρήκα εκεί το σελιδοδείκτη ή το τσάκισμα της σελίδας και να πρέπει να συνεχίσω την ανάγνωση. Μερικές φορές αυτή η αδιάκριτη παρείσφρηση, η αναγνωστική κλειδαρότρυπα, με ανταμείβει και άλλες όχι.

Έκανα το ίδιο και με τις Φιγούρες της εκλεκτής φίλης Ρούλας. Με τη διαφορά ότι δεν πήρα το βιβλίο από βιβλιοπωλείο αλλά είχα τη χαρά να λάβω ένα τιμητικό αντίτυπο από την ίδια τη συγγραφέα. Την ευχαριστώ και από εδώ για την τιμή που μου έκανε και με την πρόσκληση για συμμετοχή σε αυτή την αποψινή μας παρουσίαση.

ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ Ή ΠΑΙΔΟΦΥΛΑΓΜΑ;

Ναι. Η πρώτη ανάγνωση με αντάμειψε και έσπευσα να εκφράσω και στην ίδια το θαυμασμό μου για το τόσο πλούσιο και συνεκτικό γράψιμο. Της εξέφρασα συγχαρητήρια για τα μικρά κεφάλαια ‒ σαν 51χαριτωμένα διηγήματα, μου είπε ένας φίλος‒ και τις καλοδουλεμένες παραγράφους αλλά και όλο το κείμενο, γραμμή- γραμμή, που όλα με εντυπωσίασαν.

Το πρόσφατο αυτό βιβλίο της εκλεκτής συγγραφέως θα μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία της λογοτεχνίας του εμφυλίου πολέμου μας. Και είναι πλούσιο σε γεωγραφία περιπλανήσεων, αναζητήσεων και αβεβαιοτήτων. Η Τίτσα, κύριος χαρακτήρας, φτάνει μέχρι την αγία Πετρούπολη του ελληνικού κομμουνισμού, την Τασκένδη, για μια διαμονή που τη σημαδεύει στην υπόλοιπη ζωή της. Τας είναι η πέτρα και κεντ η πόλη. Τασκέντ, η Πετρούπολη. Όσο για την απονομή του τίτλου της αγιοσύνης, τη χρωστάμε, αφού εκεί μαρτύρησαν πολλοί Έλληνες κομμουνιστές, μέσα στον αγώνα τους για μια άλλη κοινωνία.

Το κεντρικό θέμα είναι βέβαια δραματικά ενδιαφέρον αφού αναδύεται η απώλεια και η αναζήτηση της μητέρας. Στο επίσης δραματικό πλαίσιο απογράφονται στιγμές από τη φασιστική και ναζιστική φρίκη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου (που, ακριβώς, θα έπρεπε να τον λέμε Μεγάλο Αντιφασιστικό Πόλεμο) μαζί με τα παρατεταμένα ‒μετρημένα σε δεκαετίες‒ μεταπολεμικά μας δεινά. Με τις αναμενόμενες ή απαραίτητες συγγραφικές επιλογές, παραλείψεις ή αναδείξεις, ως προς τον εθνικό και τοπικό μας διχασμό στην Ήπειρο της ένοπλης ληστρικής πολιτικής κουλτούρας. Εμένα ‒σαν σε παρένθεση το λέω‒ οι μισοί συγγενείς μου, στην Πρέβεζα, εκτελέστηκαν και όσοι είχαν θέσεις στο Δημόσιο απολύθηκαν.

Χάρηκα ιδιαίτερα που η έμπνευση και η συγγραφή γεννήθηκαν τόσο κοντά σε μας. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι αφετηρία αποτελεί ένα υλικό προφορικής ιστορίας που συνέλεξε η συγγραφέας, από τις μαρτυρίες της Κλεοπάτρας Πεπόνη, συνδυασμένες με τη μικροϊστορία του τόπου μας. Κι θα χιρόμνα να συνάνταγα κι καμπόεις σιλίδις στα θκά μας, τα βουρειουιδιουματκά, μουρ πιδί μ.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ

Οι Φιγούρες της Ρούλας Γαλάνη είναι, κατά μια προσέγγιση, ένα γυναικείο ή κατά γυναικείο τρόπο πολιτικό κείμενο. Εννοώ, σε σχέση με τις πολιτικές ιδεολογίες και δράσεις

Δεξιά ή Αριστερά, συμβιβασμός ή συμμετοχή στον κοινωνικό αγώνα, θαυμασμός του πλούτου ή καταγγελία της εκμετάλλευσης, αλλά σε σχέση και με την προσωπική ζωή μιας γυναίκας, της ηρωίδας, που με την επάνοδό της στην Ελλάδα θα επιθυμούσε να ολοκληρώσει την ένωσή της με έναν πλούσιο άντρα που γνώρισε αλλά που όμως αναρωτιέται μήπως η απόκτηση του πλούτου, μέσα σε κάποια κοινωνία, μπορεί να είναι και «κακό». Οι προηγούμενες  προτάσεις υποδηλώνουν ότι το μυθιστόρημα αντιμετωπίζει την προσωπική ζωή της γυναίκας ως πολιτικό πεδίο δείχνοντας πώς ο έρωτας, η επιθυμία, ο γάμος, η οικονομική ασφάλεια δεν είναι “ιδιωτικές” επιλογές, αλλά διαμορφώνονται τόσο από προγενέστερες εμπειρίες όσο και από κοινωνικές δομές. Αυτό ακριβώς είναι πολιτικό ‒ με γυναικείο τρόπο.

Δεν θα εμβαθύνω στο έργο αυτό καθαυτό, αλλά επιτρέψτε μου να αναφερθώ, μέσα από τη δική μου διάθλαση, στο σχετικό ελληνικό αλλά και διεθνές ιστορικοκοινωνικό και λογοτεχνικό περιβάλλον.

Γνωρίζουμε αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μάλιστα γυναικών συγγραφέων με γυναικείους χαρακτήρες που αναδεικνύουν τέτοια θεματική ή παραπλήσιο συγγραφικό προβληματισμό έμπνευσης και συγγραφής. Στο μυθιστόρημα της Έντιθ Γουόρτον με τίτλο Η εποχή της αθωότητας (The Age of Innocence), που έδωσε και ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, η πολιτική θέση δεν είναι «ο καπιταλισμός είναι κακός» αλλά

«ποιο είναι το τίμημα της ασφάλειας και της κοινωνικής ανόδου για μια γυναίκα;» Επίσης στο μυθιστόρημα της νομπελίστριας Ντόρις Λέσινγκ με τίτλο Το χρυσό σημειωματάριο παρακολουθούμε την κεντρική σύγκρουση «κομμουνιστική πίστη / διάψευση ιδανικών» όπου το πολιτικό δεν καταρρέει θεωρητικά αλλά καταρρέει μέσα στο μυαλό και στο σώμα της γυναίκας.

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΓΙΝΟΣΚΑΛΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

Ξέρουμε πως υπάρχει μια μακρά σειρά έργων μυθοπλασίας, δηλαδή σημαντικών ελληνικών λογοτεχνικών ιστορικο-πολιτικών καταθέσεων που εντάσσονται στην κατηγορία της λογοτεχνίας του εμφυλίου πολέμου μας. Εμπνευσμένα και, κατά περίπτωση, πολιτικώς ενεργά άτομα, άνδρες και γυναίκες συγγραφείς φέρνουν στο φως προσωπικές ιστορίες, γράφοντας με δάκρυα και αίμα την ιστορία μιας τουλάχιστον ολόκληρης γενιάς, που έζησε σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας. Μαζί με αγώνες και πόνο αλλά και οράματα και διαψεύσεις ή ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Και καταγγελία των καθεστώτων που έζησαν πολλές χώρες αλλά και η δική μας χώρα ή, αντίθετα, υιοθέτηση των θέσεων και της γλώσσας των νικητών.

Μας έρχεται στο νου πρώτα το μυθιστόρημα «Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» της Άλκης Ζέη με κεντρικό χαρακτήρα γυναίκα και, για άλλους λόγους, «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου ως έργο κριτικής όπου αποκαλύπτεται πως το μεταφερόμενο κιβώτιο, πολύτιμο για τον αντάρτικο αγώνα, είναι αδειανό. Ένα πουκάμισο αδειανό, μια Ελένη…

Θυμάμαι στο Λουξεμβούργο, σε αίθουσα συνεδριάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο οποίο εργαζόμουν, την παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο «Ελένη» που μας είχε κάνει ο συγγραφέας του Νίκος Γκατζογιάννης. Ως Ηπειρώτης κι εγώ τον γνώρισα αλλά, μια και ανήκα στον τόπο και το χώρο που τον φιλοξενούσε, δεν του είπα αυτό που κουβεντιάζαμε μερικοί συνάδελφοι: Ποιος αλήθεια θα προβάλει τον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, πάνω από σύνορα και πέρα από διαιρέσεις εθνών και φυλών;

Δεν ξεχνούμε επίσης τον Στρατή Τσίρκα με τις Ακυβέρνητες Πολιτείες, την τριλογία που φωτίζει το ιδεολογικό υπόβαθρο και τις συγκρούσεις που οδηγούν στον Εμφύλιο και τη Διδώ Σωτηρίου που με το μυθιστόρημά της Οι νεκροί περιμένουν κάνει σαφή αναφορά στον Εμφύλιο και στις ηθικές του συνέπειες.

Μαζί είναι και το μυθιστόρημα του δικού μας, πολυγραφότατου, Βαγγέλη Αυδίκου, με τίτλο Οι τελευταίες πεντάρες. Για τον εκλεκτό φίλο που καταπιάστηκε με την ιστοριογραφία της πρεβεζάνικης Παργινόσκαλας «ο εμφύλιος πόλεμος αποτέλεσε ένα τραγικό γεγονός για τη νεοελληνική ιστορία και η πληγή του ακόμη δεν έχει κλείσει […]. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να συζητήσουμε ψύχραιμα και με διάθεση κατανόησης το θέμα του εμφυλίου πολέμου, χωρίς ίχνος φανατισμού, ώστε να δούμε τι έφταιξε τελικά και η Ελλάδα οδηγήθηκε εκεί», μας λέει ο διακεκριμένος μας ακαδημαϊκός.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε εδώ:

Μπορεί η λογοτεχνία ή η ποίηση να έχουν μια αξιοσημείωτη συμβολή σε ζητήματα τόσο σοβαρά, πολιτικής και ιστορίας, όσο ο πόλεμος και μάλιστα ο εμφύλιος;

Μπορούν οι τέχνες και μάλιστα αυτές του λόγου, μαζί, εννοείται, με την αιματηρή τραγικότητα που έχουν και άλλες, η ζωγραφική ‒«Η σφαγή της Χίου» του Ευγένιου Ντελακρουά είναι πάντα μπροστά στα μάτια μας‒ και η φωτογραφία και ο κινηματογράφος, ας πούμε, να μας κινητοποιήσουν στον αγώνα για την εμφύλια, πρώτα, ειρήνη;

Δεν αρκεί και μάλιστα δεν πρέπει να προτάσσεται η μελέτη της Ιστορίας και η διάδοση του επιστημονικού ιστορικού λόγου;

Ας δεχτούμε σε πρώτη φάση την κατάθεση του Αριστοτέλη: «Φιλοσοφικότερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν» μας λέγει ο μεγάλος Σταγειρίτης. Άρα, σεβόμαστε τη λογοτεχνία και την κοινωνική της παρέμβαση.

Ο εμφύλιος, κάθε εμφύλια διαμάχη δηλαδή, είναι μια τραγική συνθήκη στην ύπαρξη και τη λειτουργία μιας εθνικής κοινωνίας. Στον πόλεμο με κάποιον εξωτερικό εχθρό ξέρουμε πως, αν ο εχθρός ηττηθεί και αποσυρθεί, η κοινωνία επιδίδεται μετά συλλογικά, στην προσπάθεια να επουλώσει τις πληγές της. Αντίθετα, με τον εμφύλιο, μετά τον εμφύλιο, ο εχθρός είναι στο διπλανό χωριό αν όχι στο διπλανό σπίτι, διευθυντής στην τρά πεζα ή υφιστάμενος στο γραφείο. Μπορεί και δάσκαλος των παιδιών μας ή λογοτέχνης.

Ακόμα και η έννοια, η σημασία, ως όρος ο «εμφύλιος πόλεμος», δημιουργεί προβλήματα. Μήπως και ο Εθνικός διχασμός από το 1915 δεν ήταν ένα είδος εμφυλίου; Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, πανεπιστημιακός καθηγητής, που με πρόσφατο βιβλίο του αναφέρεται στον Εθνικό Διχασμό (αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου) αναπτύσσει το ζήτημα «γιατί πρέπει να διακρίνουμε Εμφύλιο Πόλεμο από Εθνικό Διχασμό». Και αυτός είχε βαθιές και μακρόχρονες συνέπειες, όπως ο εθισμός στις συνταγματικές παραβιάσεις, η προσβολή των ατομικών ελευθεριών και η εδραίωση της εμπλοκής του στρατού και των στρατοδικείων στην πολιτική ζωή. Απαιτούμε από τους λογοτέχνες να τα καταγγείλουν και αυτά.

Και θυμόμαστε από εκείνα τα λατινικά που κάναμε, τα περί «Εμφυλίου Πολέμου» de bello civili του Ιουλίου Καίσαρα, τον όρο civili, όπως λέμε civil war, στα αγγλικά. Μας έκανε από τότε εντύπωση που στα ελληνικά κάνουμε το ζήτημα κάπως «φυλετικό» ενώ στις άλλες γλώσσες είναι πολιτικό, civil. Ναι, πόλεμος για την εξουσία.

Το ζήτημα μας δεν είναι γλωσσικό και λεξιλογικό αλλά μας δίνεται η ευκαιρία, να σκεφτούμε πως δεν ξέρουμε ακόμα, καλά καλά, ποιος ήταν ο Εμφύλιος Πόλεμος όπου, βέβαια, νίκησαν οι Αμερικάνοι με τις εμπρηστικές βόμβες ναπάλμ, προτιμώντας, όπως το παρουσιάζει ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος, να αφήσουν ανεμπόδιστο τον μεγάλο τιμονιέρη Μάο στην άλλη άκρη της Ευρασιατικής ηπείρου. Εκεί η αγωνιστική ευκαιρία, ως εξωτερική περιπλοκή, ήταν ο ιαπωνικός φασισμός και σε μας ο γερμανικός.

Ήταν, λοιπόν, ο Εμφύλιος, μόνο τα τρία τέσσερα χρόνια, 1946-49, της αντιμετώπισης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στο λεγόμενο Δεύτερο Αντάρτικο; Οι σφαγές της Παργινόσκαλας, που γνωρίζουμε εμείς οι Πρεβεζάνοι, του Σεπτέμβρη του 1944, δεν ήταν εμφύλιος πόλεμος; Και τόσο άγριος μάλιστα. Η προπολεμική Δικτατορία της 4ης Αυγούστου και η μεταπολεμική δικτατορία της 21ης Απριλίου, δεν ήταν εμφύλιες διαμάχες και αυτές; Και τα τόσα ενδιάμεσα μακρονήσια για τόσους αγωνιστές και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων;

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

Εύχομαι στο βιβλίο της εκλεκτής φίλης να είναι καλοτάξιδο και στους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του, στην Πρέβεζα και στα άλλα μέρη της πατρίδας μας, να προσφέρει, όχι μόνο ευχαρίστηση αλλά και ευκαιρίες αναστοχασμού ευθύνης. Για μια άλλη κοινωνία.

Προηγούμενο Άρθρο

Δημητριάδης: «Η Νέα Δημοκρατία είναι μια μεγάλη οικογένεια, θα είμαι πάντα δίπλα σας»

Επόμενο Άρθρο

Σπύρος Κυριάκης: 2,4 εκ. €για την ανακαίνιση των Κέντρων Υγείας του Δήμου Ζηρού

Μπορεί να σας ενδιαφέρει...