Τα μπλόκα των αγροτών συνεχίζονται σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Άνθρωποι της γης, αγρότες και κτηνοτρόφοι, αφήνουν χωράφια και στάνες και στέκονται στους δρόμους, διεκδικώντας το αυτονόητο: το δίκιο τους. Διεκδικούν αξιοπρέπεια, επιβίωση, σεβασμό. Διεκδικούν όσα τους οφείλονται και όσα τους έχουν στερηθεί εδώ και χρόνια.
Στο μπλόκο του Λούρου, καθημερινά δεκάδες αγρότες και κτηνοτρόφοι της περιοχής δίνουν το παρών. Με το κρύο να διαπερνά τα ρούχα και την αγωνία να βαραίνει τις σκέψεις τους, περιμένουν μια κυβέρνηση που ακόμα δεν έχει απαντήσει ξεκάθαρα στα αιτήματά τους. Περιμένουν όχι ελεημοσύνη, αλλά δικαιοσύνη.

Και όμως, το βράδυ της Τρίτης, μέσα σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, συνέβη κάτι που ζέστανε καρδιές και άναψε ένα φως ελπίδας.
Μια απρόσμενη έκπληξη έφτασε στο μπλόκο.
Ο Άγιος Βασίλης… κατέβηκε στον δρόμο.
Με ένα αυτοκίνητο στολισμένο με χριστουγεννιάτικο δέντρο και πολύχρωμα λαμπιόνια, εμφανίστηκε στο σημείο ο γνωστός ζαχαροπλάστης από την Πρέβεζα και ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου «Σπιτικό», Σταύρος Πανταζής. Ντυμένος Άγιος Βασίλης, με χαμόγελο και ανοιχτή καρδιά, μοίρασε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και –το πιο σημαντικό– ευχές.
Ευχές για δύναμη.
Ευχές για αντοχή.
Ευχές για δικαίωση.
Για αρκετή ώρα έμεινε μαζί τους, συνομίλησε, άκουσε τις αγωνίες τους, αντάλλαξε κουβέντες αληθινές. Δεν πήγε απλώς να προσφέρει γλυκά· πήγε να προσφέρει παρουσία. Να δείξει πως δεν είναι μόνοι. Πως η κοινωνία βλέπει, καταλαβαίνει και στέκεται δίπλα τους.
Εκεί, ανάμεσα σε φωτιές που καίνε για να νικήσουν το κρύο, σε πρόσωπα σκαμμένα από τον ήλιο και τον αγώνα, ο Άγιος Βασίλης δεν ήταν σύμβολο παραμυθιού. Ήταν σύμβολο ανθρωπιάς. Ήταν μια υπενθύμιση ότι, ακόμα και στους πιο σκληρούς αγώνες, υπάρχει χώρος για αλληλεγγύη, χαμόγελο και ελπίδα.
Γιατί οι αγρότες δεν ζητούν θαύματα.
Ζητούν να μπορούν να ζήσουν από τον κόπο τους.
Ζητούν να συνεχίσουν να κρατούν ζωντανή την ελληνική ύπαιθρο.
Και εκείνο το βράδυ στον Λούρο, μέσα από μια απλή αλλά βαθιά ανθρώπινη κίνηση, όλοι θυμήθηκαν κάτι σημαντικό:
Όσο υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεχνούν τον διπλανό τους, όσο υπάρχει καρδιά και προσφορά, η ελπίδα δεν σβήνει.
Ακόμα κι αν χρειαστεί… να φορέσει κόκκινα και να κατέβει στον δρόμο.



























