Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2023, 1:37

Όψεις της επίδρασης του Baudelaire στον Αντώνη Φωστιέρη: Η περίπτωση του μπωντλαιρικού ποιήματος: «Οι Λιτανείες του Σατανά»

Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να δείξει την επίδραση του Μπωντλαίρ στο ποιητικό σύμπαν του Αντώνη Φωστιέρη, με κοινό σημείο αναφοράς την παρουσία του Σατανά. Στην προκειμένη περίπτωση, θα επιχειρηθεί μια ερμηνευτική ανάλυση του ποιήματος: «Οι Λιτανείες του Σατανά» και στην συνέχεια συνεξέταση με παρεμφερείς θεματικά στίχους του Φωστιέρη. Το ποίημα αυτό ανήκει στην συλλογή: Τα Άνθη του κακού, εντασσόμενο ειδικότερα στο τμήμα που λέγεται: «Εξέγερση».[1]

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Διάβολος αποτελεί μια επαναστατική μορφή με κοινωνικό πεδίο αναφοράς, πλήρως διαφοροποιημένη σε σχέση με την βιβλική του παρουσία.  Για τον Μπωντλαίρ, ο Σατανάς είναι ο απόλυτος επαναστάτης, το γεγονός ότι είναι έκπτωτος δεν επισφραγίζει την μοίρα του. Οτιδήποτε υποβαθμίζεται και περιφρονείται, διατηρεί την ελπίδα πως διαχέει την επανάσταση, ενώ διατηρεί την επιθυμία της ευτυχίας και της ομορφιάς που ονομάζεται αγάπη. Η σατανική έκκληση εκφράζεται καθαρά στο ποίημα: «Οι Λιτανείες του Σατανά», στο οποίο αποδίδεται το ενδιαφέρον του ποιητικού υποκειμένου για την παντοδυναμία του εξόριστου αγγέλου.

Εδώ προβάλλεται ως ο Θεός του κακού και ως πρίγκιπας του κόσμου. Οι τόνοι του ποιητή είναι ειρωνικοί, καθώς θα θεωρούσε λάθος κάθε μορφή ασέβειας. Η αθεΐα δεν συνάδει με την φύση του, ο οποίος πιστεύει σε μια ανώτερη νομοτέλεια, καθιερωμένη από τον Θεό στην αιωνιότητα και της οποίας η παραμικρή παραβίαση τιμωρείται με τις πιο αυστηρές ποινές, όχι μόνο σε αυτόν τον κόσμο, αλλά και στο επέκεινα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σατανάς  είναι σοφός και όμορφος, ανιχνευτής των κρυμμένων θησαυρών, κύριος της κακοτυχίας αξεδιάλυτης με την ελπίδα, είναι ο προστάτης όλων των άθλιων που περιγράφονται στις «Λιτανείες». Σε αυτούς τους στίχους, διατρανώνεται μια αντί‒θρησκεία που, για να μην είναι εκείνη του ποιητή, δεν προσφέρει λιγότερο ένα από τα πιο θεμελιώδη μηνύματα των «Άνθεων του κακού»: η λύπη είναι ένα στοιχείο της αθανασίας του Σατανά,  καθώς ο πόνος αφορά το σύνολο της ανθρωπότητας.[2]

Στο ποίημα, o Διάβολος έχει ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Τον επικαλούνται μόνο ως κάτοχο αυτού όσοι βρίσκονται αντίστοιχα στην εξορία του κοινωνικού περιθωρίου. Ο Σατανάς μεταφέρει σε αυτούς από αγάπη την νοσταλγική αίσθηση του Παράδεισου ως χαμένου πια τόπου, έχοντας πλήρη συνείδηση της εξορίας του. Αποδίδει παράλληλα το σχεδόν ανείπωτο αίσθημα, όσο και φρικτό, της χαράς μέσα στην καταδίκη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αντιλαμβάνεται κανείς σε αυτό το ποίημα ένα δείγμα μιας μεταμορφωμένης θρησκείας, «παρενδυτικής», την οποία διεκδικεί εδώ ο ποιητής.

Σε αυτή την βάση, ο Σατανάς είναι ο καταδικασμένος στην απόλυτη ομοιότητά του με τον Θεό ή, εναλλακτικά, εκπροσωπεί την εικόνα του Θεού μέσα στο απόλυτο πνεύμα στέρησης του Θεού. Ουσιαστικά, αποτελεί έναν Θεό δίχως Θεό, που μέσα στην απόγνωση του περιθωρίου στοχεύει στο να γίνει όμοιος με Εκείνον. Στην απόπειρά του κάθε στιγμή να αποδείξει ότι μπορεί να ξεπεράσει τις δυνατότητές του, αποδεικνύεται τελικά ανήμπορος να υπερβεί τα όρια της δικαιοδοσίας του. Παραμένει πάντα εξόριστος.[3]

Από την αρχή, ο έκπτωτος αποδίδεται να είναι κάτοχος της γνώσης, όντας παράλληλα ο πιο όμορφος από όλους τους αγγέλους. Η επίκληση στον Σατανά  έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς αποτελεί τον στόχο απεύθυνσης όλων των καταφρονεμένων. Μπορεί να συμπάσχει και να συναισθανθεί την δυστυχία του ποιητικού υποκειμένου σε μια σχέση άμεσης διαμεσολάβησης. Ο ποιητής αισθάνεται ότι ο Σατανάς θα καταλάβει την δική του κατάσταση ταλαιπωρίας. Βασικό χαρακτηριστικό του αναπαριστώμενου Σατανά αποτελεί ότι είναι εξόριστος, άρα ανήκει στο περιθώριο. Η συγκεκριμένη θέση δημιουργεί πεδίο ανταπόκρισης με όλα τα άτομα στην γη που βρίσκονται σε αντίστοιχη θέση κοινωνικής απομόνωσης. Αποτελεί για αυτούς ένα ψυχικό αντιστύλι.

Μια πρόσθετη ιδιότητά του ότι δεν είναι εκείνος που παραβίασε τα επιτρεπτά όρια ή που αδίκησε, όπως είναι γνωστό κατά τα βιβλικά πρότυπα, αλλά που αδικήθηκε. Η έννοια της ήττας, με βάση αυτή την θεώρηση, ανασημασιοδοτείται διαφορετικά. Υποδηλώνει μια θετική προοπτική στην κατεύθυνση του αιτήματος μιας ελλείπουσας κοινωνικής αποκατάστασης, συσχετιζόμενο με όσους βρίσκονται στο ανάλογο πεδίο στέρησης. Γίνεται όχι μόνο συνοδοιπόρος, αλλά και θεραπευτής του ανθρώπινου πόνου, ασκώντας ευεργετική επίδραση. Αφουγκράζεται την κοινωνική παθογένεια, συνιστώντας έναν πολύτιμο παρηγορητή για την κάθε βασανισμένη ψυχή.

Δεν επιτείνει για τους απόκληρους και τους κατατρεγμένους το ψυχικό τους αδιέξοδο ως απόρροια του κοινωνικού, αλλά τούς γεννά την ελπίδα για το αύριο αποκομίζοντάς τους τον απόηχο της παρουσίας του στον ουρανό. Προσδίδει γαλήνη ακόμη και στους μελλοθάνατους, ενώ κάνει το ενταγμένο κοινωνικό σύνολο να μην αντιμετωπίζει τους περιθωριοποιημένους ως αποδιοπομπαίους τράγους, ώστε να συνειδητοποιήσουν σε ένα δεύτερο επίπεδο την κοινωνική ανισομέρεια.  Έχει επίγνωση κάθε συμβάντος πάνω στην γη, παρουσιάζεται δίκαιος και αμερόληπτος, σε αντίθεση με τον Θεό που χαρακτηρίζεται ως ζηλόφθονος, λειτουργώντας σε βάρος της κοινωνικής ευμάρειας και δικαιοσύνης.

Διεισδύει στους βαθύτερους χώρους του κοσμικού μηχανισμού, έχοντας απόλυτη γνώση κάθε κινδύνου που ενεδρεύει για τον κάθε αναξιοπαθούντα. Σπλαχνικός, οξυδερκής, επινοητικός ώστε να βρεθεί λύση στο κάθε πρόβλημα, αποδέκτης όσων ο κόσμος απέρριψε αλλά και υπέρμαχος για κείνους που καταδίκασε στην εσχάτη των ποινών, ο Σατανάς αποδίδεται πολύ περισσότερο γενναιόδωρος ψυχικά σε σχέση με τον Θεό.

Για αυτούς τους λόγους, η θέση του αξίζει να είναι στον Παράδεισο, δεχόμενος την λατρεία των ανθρώπων. Εκπροσωπεί την συμπαντική γνώση η οποία συνυφαίνεται με το όνειρο της ανόρθωσης και της αποκατάστασης. Εκεί ακριβώς, σε αυτή την συνένωση μπορούν οι άνθρωποι να αποβλέπουν σε μια καλύτερη πραγματικότητα μελλοντικά στην βάση της κοινωνικής εξυγίανσης.

Ο έντονα ιερατικός τόνος του ποιήματος δείχνει την βαθιά θρησκευτική παιδεία του ποιητή. Ο Διάβολος αποτελεί την επιδιωκόμενη διεύρυνση του ωραίου σε κοινωνικές πλευρές που εκλαμβάνονται ως αποκλεισμένες, αλλά και σε εσώτερες οντολογικές αναζητήσεις μη ανιχνεύσιμες. Ο ποιητής απενοχοποιεί τον κάθε αναγνώστη με την παρουσία του Διαβόλου ώστε να αντιληφθεί πως μπορεί να περιηγηθεί πέρα από τα επιβαλλόμενα και προκαθορισμένα κοινωνικά ή θεσμικά θρησκευτικά πλαίσια. Συμβολικά, ο Σατανάς μπορεί να αποτελεί την άλλη όψη του αγγελικού, ίσως μια διευρυμένη οπτική του, όπως αυτή ενυπάρχει στον κάθε άνθρωπο. Ενίοτε τα όρια του καλού και του κακού, της δικαιοσύνης και της παραβίασης, του θεμιτού και του αθέμιτου είναι πολύ δυσδιάκριτα. Δίχως να το συνειδητοποιήσει κανείς, μπορεί εύκολα να μεταβεί στην άλλη πλευρά, αποτελώντας την σκοτεινή εκδοχή του εαυτού του.

Ο μπωντλαιρικός Σατανάς αποτελεί έτσι το αποκούμπι για κάθε  άνθρωπο που ξεπέρασε τα όρια όταν ο κοινωνικός κομφορμισμός ορθώνεται άκαμπτος. Γίνεται ανθρώπινος, γιατί ξέρει να κατανοεί και να δίνει μια ακόμη ευκαιρία σε κείνους που την χρειάζονται. Εκφράζει κάθε άτομο που ποτέ δεν εισακούστηκε, όταν είχε ανάγκη να αποδεχτεί την μεταμέλεια και να μετανοήσει. Ο Σατανάς του Μπωντλαίρ αποτελεί επαναστατική μορφή, εκφράζοντας το όραμα του ποιητή για μια καλύτερη κοινωνία, απαλλαγμένη από παρωχημένα στερεότυπα, με μια πιο διευρυμένη οπτική, συμφιλιωτική ακόμη και με τις μη αμιγώς αστικές εκφάνσεις του κοινωνικού ιστού.

Η εποχή μεταιχμίου στην οποία έζησε συντέλεσε καθοριστικά ώστε να διαμορφώσει μια πιο διευρυμένη θεώρηση για την υφιστάμενη τότε κοινωνική διαστρωμάτωση σε συνάφεια με την πάγια λειτουργία της θρησκευτικής εξουσίας. Απέβλεπε στο να αποδώσει υπόσταση στον κάθε άνθρωπο που ένιωθε να βρίσκεται έξω από τον κόσμο, συνεπώς εκτός χρόνου και ιστορίας. Εξέταζε το ενδεχόμενο καθένας που έχει καταδικαστεί ως αιρετικός σε σχέση με τον αστικό καθωσπρεπισμό να αποτελεί όχι κατά βάση θύτη αλλά, στην ουσία, θύμα. Οι έννοιες της ήττας και της παρακμής δεν μπορούν να αποσυναρμολογηθούν πλήρως από την αισιοδοξία και την ελπίδα.

Εκεί συνίσταται η ιδιαιτερότητα του μπωντλαιρικού Διαβόλου, ότι είναι οικουμενικός και πανανθρώπινος, απαλλαγμένος πλήρως από μανιχαιστικές αντιλήψεις περί ορθού και εσφαλμένου, ιερού και βέβηλου. Η γνώση είναι το απόσταγμα της κάθε εμπειρίας, θετικής ή αρνητικής.

Η νεωτεριστική-επαναστατική ματιά του ποιητή προϋποθέτει την καταβαράθρωση του είναι στα έσχατα όρια του οντολογικού του βάθους, φτάνοντας ακόμη στα όρια του ζωώδους ως το άλλο άκρο της ηθικοπνευματικής ανάτασης που σηματοδοτεί η πορεία προς τα άνω. Ένας που πέφτει έχει κάθε δικαίωμα να ανέβει, ακριβώς όπως ο Σατανάς που κατακρημνίστηκε στην Κόλαση αξίζει να επανέλθει στον Ουρανό, όπως και ο ποιητής και κάθε άνθρωπος δικαιούται ισότιμα την πλήρη κοινωνική επανένταξη και αποδοχή.

Ο Σατανάς εδώ εκπροσωπεί την επιζητούμενη αυθεντικότητα που παραμένει αλώβητη σε κάθε δοκιμασία, χωρίς να ελλοχεύει ο φόβος μιας επικείμενης τιμωρίας στο κάθε παράπτωμα. Για αυτό τον αισθανόμαστε πολύ κοντά μας, σαν να αποτελεί τον φίλος μας της διπλανής πόρτας, πολύ οικείο, καθημερινό, άμεσο. Κατέχει την γνώση απαλλαγμένη από κάθε ίχνος υπεροψίας εκείνου που είναι ο απόλυτος κάτοχός της. Νουθετεί μέσα από το βίωμα της τραυματικής μνήμης και εμπειρίας. Η πτώση δεν συνεπάγεται την οριστική απώλεια των ιδανικών αλλά γεννά την πεποίθηση της ανάκτησης στο δεδομένο ότι η έννοια του περιθωρίου είναι τόσο αρχετυπική, πριν ακόμη από την δημιουργία του κόσμου, όσο και εκείνη της πίστης στην επάνοδο στην πρότερη κατάσταση.

Στις «Λιτανείες του Σατανά», η αιώνια υπόσχεση συνδέεται με την μαγική επανάκτηση του Παράδεισου, Ναού των αναδιαμορφωμένων ανταποκρίσεων, που δεν θα αποτελεί πια τίποτα άλλο παρά το άδυτο του Σατανά, το δέντρο της γνώσης. Ο μέγιστος άνθρωπος θα είναι ο Διάβολος και όλη η ιστορία της πτώσης θα αντιστραφεί. Αυτή είναι, κατά ένα ορισμένο βάθος, η διαλεκτική που αναπτύσσει ο ποιητής τόσο με τον Θεό όσο και με τον Σατανά. Διακρίνεται στην επιλογή αυτής της θεματικής η απόλυτη ανατροπή μιας θρησκευτικής συμπεριφοράς. Με δεδομένο την Καθολική παιδεία του Μπωντλαίρ, μια ερμηνευτική βάση για το ποίημα είναι ότι ο Σατανάς εδώ εκπροσωπεί έναν Θεό που έχει μεταμφιεστεί στο ποιητικό σύμπαν του, στο πεδίο μιας ιδιάζουσας «παρενδυτικής» θρησκείας. Ο ποιητής στόχευε σε μια ολική θεώρηση της γνώσης του κόσμου. Σε αυτό το πλαίσιο, με την πρόκληση του βέβηλου, εξοικειώνεται με την γοητεία του κακού, ώστε από την τρομακτική ομορφιά του να αποκομίσει ευεργετικά αποτελέσματα.[4]

Η επικαλούμενη χάρη αποβλέπει στο να ανακτήσει την αγνή φύση του ανθρώπου, επαναφέροντάς τον στην κατάσταση πριν την πτώση.[5] Η δύναμη του Σατανά στο κείμενο αποδίδει το βάθος της ανθρώπινης ψυχής που είναι σύμφωνη με την χριστιανική θεώρηση του ποιητικού υποκειμένου για τον κόσμο. Σε κάθε άνθρωπο, κάθε στιγμή ενυπάρχουν δύο τάσεις, μία προς τον Θεό και μία προς τον Διάβολο, η επίκληση στον Θεό συνάδει με την πνευματικότητα, ενώ στον Σατανά με την κάθοδο και με τον χώρο του ζωώδους ενστίκτου. Διακρίνεται αυτή η διττότητα μεταξύ του πνεύματος και της σάρκας, ανάμεσα στο βασίλειο του Θεού και στον σκοτεινό κόσμο του Σατανά.[6]

Στον Φωστιέρη, ανάλογα, ο Σατανάς γίνεται συνώνυμο της πτώσης από την πρότερη κατάσταση πλήρωσης στον ουρανό. Η υπόγεια επίδραση από το συγκεκριμένο ποίημα του Μπωντλαίρ εντοπίζεται αρχικά στην ποιητική συλλογή του Σκοτεινός έρωτας, με την οποία αρχίζει να διαμορφώνει την προσωπική του ποιητική ταυτότητα. Ο εμβληματικός τίτλος της συλλογής υποδηλώνει τον έρωτα για το σκοτάδι, συνεπώς το κλίμα γίνεται έντονα υποβλητικό για να δεξιωθεί τον σκοτεινό, μοναχικό δαίμονα. Στο ποίημα «Αποστροφή», από αυτή την συλλογή, περιγράφεται μια γενικότερη κατάσταση εσωτερικής αποσυναρμολόγησης του ποιητή ταυτιζόμενου με τον Σατανά, που παραπέμπει στις διακριτές ιδιότητες του μπωντλαιρικού Διαβόλου:

 

Κατρακυλώντας απ’ τη μήτρα που’ ταν κάποτε ο καιρός

Και τώρα ο τόπος.

(Ο άγγελος, με καγχασμούς σαρδόνιους

Με φοβέρες).

Ωραία μου απογεύματα γλυκά δειλινά

Τα πρωινά μετέωρα στο στομάχι

Δρόμοι δρόμοι

Μεσάνυχτα γυρνώντας

Τρεις και τέσσερες

Ανάβοντας το κάρβουνο της νύχτας

Στο φεγγάρι

Ανάλαφρα απογεύματα βαριά δειλινά

Αλλάζοντας το σύννεφο σε πέτρα

Φώτα κι άνθρωποι

Τηλέφωνα χτυπούν φωνές που αγάπησα

Ο δαίμονας με κάτασπρα φτερά

Η πτήση που έγινε

Η πτώση κάποτε

Γυαλιά που σπάζουν και καθρέφτες που γελούν

Παίρνουν φωτιά μες στα συρτάρια τα χαρτιά

Καπνίζουν.[7]

 

Στο παραπάνω απόσπασμα, το ποιητικό εγώ εξισώνει τον εαυτό του με τον δαίμονα που καταβαραθρώθηκε. Είναι πολλά τα αναγνωρίσιμα στοιχεία της μπωνλαιρικής επίδρασης εδώ: το άτομο που βρίσκεται σε μόνιμη περιπλάνηση στους δρόμους, η αφόρητη και πνιγηρή αίσθηση ανίας, η αδυναμία υλοποίησης των στόχων του ποιητή, όπως και αναγνώρισής του στην εποχή του. Ο Φωστιέρης, όμως, δεν σταματά σε αυτό το σημείο την διακειμενική του συνομιλία με τον λογοτεχνικό του προκάτοχο. Αξιοποιεί την παρουσία του Διαβόλου όχι ως λογοτεχνικό σχήμα αλλά ως αδιάσπαστο κομμάτι της δικής του ταυτότητας. Όσο περισσότερο προβαίνει στην διαδικασία της εσωτερίκευσης, τόσο ο δαίμονας ενσαρκώνει συμβολικά τον ιδεατό του συνοδοιπόρο στην κατάσταση του περιθωρίου, ακριβώς όπως στον Μπωντλαίρ.

Στον Έλληνα ποιητή αποδίδεται ότι ο Σατανάς εκδιώχθηκε κάτω από παραπλήσιες συνθήκες, όπως στις «Λιτανείες του Σατανά»: δέχτηκε απειλές και χλεύη, ενώ παραπλήσια στον Μπωντλαίρ αδικήθηκε. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Σατανάς προκαλεί την συμπάθεια του αναγνώστη, ενώ η παρουσία Θεού και αγγέλων διαφοροποιούνται πλήρως από τον παραδοσιακό θεολογικό τους ρόλο. Στις «Λιτανείες του Σατανά», ο Θεός παρουσιάζεται γεμάτος κακία, μοχθηρία και ζήλια για τον άνθρωπο, προκαλώντας την κοινωνική αδικία, ενώ εδώ ο ποιητής ταυτίζεται με τον διωγμένο από τον Παράδεισο Διάβολο με κοινό πεδίο αναφοράς την θεία δυσμένεια. Για την περίπτωση του Σατανά, κατονομάζεται από τον Φωστιέρη, ενώ για την άσχημη μοίρα του ποιητή υποδηλώνεται πως για την ανάλογα έκρυθμη κατάσταση οφείλεται η αρνητική επενέργεια του θείου. Ο Σατανάς αποτελεί το στοιχείο στον οποίο βρίσκει κανείς αποκούμπι στην αναπαριστώμενη δυστοπία.

Η περιγραφόμενη αποστροφή του νεότερη ποιητή της βασανιστικής καθημερινότητάς του, τόν φέρνει κοντά στον Μπωντλαίρ από διπλή διαδρομή: επιζητεί την ανύψωση στην ιδεατή αναζήτηση του θείου, την ίδια στιγμή που γοητεύεται από το ωραίο ακόμη και στα έγκατα της ύπαρξης. Ως εκ τούτου, το διττό μπωντλαιρικό σχήμα ανόδου και πτώσης αναβιώνει στον Φωστιέρη.

Επίσης, στην ίδια συλλογή, στο ποίημα: «Ποιος είσ’ εσύ», το ποιητικό εγώ ανιχνεύει τον ρόλο και την θέση του ποιητή στο κοινωνικό του περιβάλλον σε συνάφεια με τις οντολογικές του ανησυχίες. Διερευνά, επικαλούμενος,  την σκοτεινή μορφή του Σατανά, ώστε να τον πλαισιώσει  ως οδοδείκτης στην δύσκαμπτη εποχή που βιώνει, με το κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα του έκπτωτου:

 

Ποιος είσ’ εσύ

Που περπατάς πάνω στην κόψη των ποιημάτων μου

Ανοίγοντας την μουσική στα δύο

Για να χωρέσεις

Για να σηκώσεις μια σημαία δυσανάλογη

Πάνω στη σφαίρα μιας ζωής που δε σου ανήκει.

Ποιος είσ’ εσύ

Εσύ

Που γνώρισες το φύλλο το χλωρό

Κάτω απ’ τον ήλιο πριν αιώνες

Που ανάσανες τόσο σκοτάδι

Για το μέλλον σου.

 

[….] Τόσα πηγάδια τόσες μέρες

-Πώς δεν γέμισαν!-

Τόση ομορφιά, τόσες παγίδες

-Πως μου ξέφυγαν!-

Πως δεν μπορώ

Μέσα στα χρόνια των ωρών μου

Να συνταχτώ μ’ ένα ωραίο ψέμα,

και κινδυνεύω σ’ έναν κόσμο που δεν ξέρω

Σε μια ετοιμόγεννη εποχή που με παραμονεύει.[8]

 

Η αντισυμβατική μορφή του Σατανά, ως προς το εξουσιαστικό σύστημα, καθίσταται και εδώ ο δίαυλος επικοινωνίας του Φωστιέρη με τον Μπωντλαίρ. Βρίσκει ανάλογα απαντοχή σε εκείνον που υπέστη αιώνια την κατάρα της σκοτεινής εξορίας. Το δεύτερο στοιχείο που τον συνενώνει με τον μπωντλαιρικό Διάβολο είναι η αυθεντικότητα και η σταθερότητα στα πιστεύω τους. Κανείς τους δεν συμβιβάζεται, δεν ενδίδει, αρνείται να αποδεχτεί την κοινωνική σαθρότητα και αδικία, γίνονται ανάλογα επαναστάτες ενάντια σε ένα κατεστημένο που υποθάλπει την κοινωνική παθογένεια, καταστρατηγώντας πάγια δικαιώματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, συνεπώς, ο έκπτωτος άγγελος «δεν είναι το μυθολογικό σύμβολο της θεολογίας ως φορέας του κακού, αλλά ένα ποιητικό πρόσωπο που πίσω του κρύβει το απόλυτο κενό. Ενώ στη θεολογία, δηλαδή, ο διάβολος είναι μια οντότητα που βαραίνει ως αντίπαλον δέος του θείου, εδώ είναι μια συμπύκνωση του μη όντος, το οποίο όμως, μέσω της ποίησης, αποκτά υπόσταση. Έτσι αυτός γίνεται φορέας μιας διαλεκτικής κίνησης ανάμεσα στο ον και το μη ον, στο καλό και το κακό, στον άντρα και τη γυναίκα, στο μαύρο και το άσπρο, και σε κάθε ζεύγος εν γένει αντιθετικών εννοιών».[9]

Ενδιαφέρουσα η παρακάτω ερμηνευτική θεώρηση του Friar για τη  συμβολική λειτουργία του Διαβόλου στον Φωστιέρη: «Είναι ο “Δίβουλος”, γιατί μόνο αυτός που εξέπεσε από την αγγελική του φύση γνωρίζει την αξία αυτού που έχασε, και μόνον ο άγγελος γνωρίζει του διαβόλου τη σκοτεινή ομορφιά, αφού είναι τα δύο μέρη από το ασύλληπτο “όλον”. Μόνον ο άγγελος ξέρει τι κέρδισε ο διάβολος με την επανάστασή του: την ελευθερία του. Γι’ αυτό ο διάβολος έγινε προστάτης όλων των καταφρονεμένων και των επαναστατημένων που, σαν εκείνον, εκδιώχτηκαν απ’ τον Παράδεισο κι οδηγήθηκαν στην παρακμή και στο θάνατο».[10]

Για τον Ζήρα «η εξύμνηση του δαιμονικού» στη συλλογή Ο διάβολος τραγούδησε σωστά «δεν είναι τίποτε περισσότερο από [….] το “καταραμένο κομμάτι” μας, όπως το ονόμασε αναλογικά ο G.Bataille, αυτό που το εξορκίζουμε να μην εμφανιστεί, να μην αναδυθεί από το σκότος, γιατί αν αναδυθεί απειλείται η με τόση επιμέλεια χτισμένη ενότητα των αντιθέτων μας».[11]

To 1981 ο Φωστιέρης γράφει μια ολόκληρη ποιητική συλλογή με θέμα τον Διάβολο με τίτλο: Ο Διάβολος τραγούδησε σωστά. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι είναι η μόνη συλλογή του που γράφτηκε, όσο διάστημα σπούδαζε στην Γαλλία. Τα τρία πρώτα ποιήματα της συλλογής, που θα παρατεθούν στο συγκεκριμένο άρθρο, είναι εντυπωσιακό πόσο κοντά έρχονται στο εξεταζόμενο μπωντλαιρικό ποίημα:

 

Το Δέντρο

 

Το δέντρο μπορεί να’ ν’ ο άντρας

Π’ ακόμα δεν βρήκε

Που πάει το κορμί του.

Η να ’ναι το μέλλον που σάπισε ο σπόρος

Και βγαίνουνε μήλα στυφά

-Ή ο διάβολος

Που έμεινε κάνοντας μάτι τις νύχτες

Κουνώντας διπλά τα κλαδιά

Πάνω απ’τ’ άγρια σώματα.[12]

 

Το περιγραφόμενο «δέντρο», με την παράλληλη αναφορά στον Σατανά, απηχεί άμεσα εκείνο της γνώσης στις «Λιτανείες του Σατανά», όπου αναφέρεται ως το δικαιωματικό απόκτημά του. Και στα δύο ποιήματα, ο εξόριστος άγγελος παρουσιάζεται ως ο απόλυτης γνώστης του κοσμικού μηχανισμού, συνεπώς ο φυσικός του χώρος θα έπρεπε να είναι ο Παράδεισος. Αν στον Φωστιέρη οι έννοιες: δέντρο-μέλλον-άντρας-Διάβολος και ποιητής ταυτίζονται, αυτό σηματοδοτεί ότι η εξίσωση με τον έκπτωτο επενεργεί θετικά για το ποιητικό εγώ στην κατεύθυνση αναζήτησης θετικής προοπτικής.

Κοινό σημείο με το εξεταζόμενο ποίημα του Μπωντλαίρ, αποτελεί ότι η εμπιστοσύνη στον Σατανά διασφαλίζει την ακλόνητη πεποίθηση για ένα ευοίωνο μέλλον.  Η έντονα εξομολογητική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου, με εργαλείο την περσόνα του Διαβόλου,  αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πόσο έντονα ο Φωστιέρης πλησιάζει τον μπωντλαιρικό Σατανά:

 

Μιλάει ο Διάβολος

 

«Ο άγγελος δεν ξέρει τίποτ’ απ’ την

ομορφιά του αγγέλου.

Εγώ, μονάχα εγώ,

Που πρόδωσα τη φύση μου

-Την πρώτα αγγελική-

Τώρα μπορώ σωστά να τη λατρέψω

Να εφαρμόσω ολόκληρος απάνω της

Ρουφώντας με φιλιά τη μεταμέλεια

Να’ ονειρευτώ, να ερωτευτώ το απαρνημένο».[13]

 

Μιλάει ο άγγελος

 

«Ο διάβολος δεν ξέρει τίποτ’ απ’ τη

σκοτεινή ομορφιά του.

Εγώ, μονάχα εγώ,

Που σφράγισα τ’ αυτιά στην επανάσταση

-Τη μέσα μου φωνή-

Τώρα μπορώ σωστά να την ακούσω

Να δω μ’ αγάπη εκείνον που αδικήθηκε

Ξερνώντας τη φωτιά της αγανάκτησης

Να εξαγνιστώ , ν’ απαλλαγώ απ’ το κερδισμένο». [14]

 

Και στα δύο ποιήματα είναι εμφανέστατη η μπωντλαιρική επίδραση, καθώς αποτυπώνεται η διπλή ροπή του ποιητικού εγώ, μέσα από την υιοθέτηση του εναλλασσόμενου ρόλου του αγγέλου και του Διαβόλου,  προς τα άνω και προς τα κάτω, στην αναζήτηση του ωραίου στον Παράδεισο και στην Κόλαση κατ’ αντιστοιχία. Ο Σατανάς αποδίδεται στον Φωστιέρη με τα αυτούσια μπωντλαιρικά χαρακτηριστικά του επαναστάτη, του αδικημένου, εκείνου που διατηρεί την γεύση του χαμένου Παράδεισου, που έχει πλήρη συνείδηση και γνώση τόσο της τωρινής όσο και της προηγούμενης ιδιότητας. Διατηρεί στο έπακρο το όνειρο της επιστροφής, κρατώντας συνάμα την εμπειρία της σκοτεινής περιπλάνησής του.

Το ότι οι θεματικές επιλογές του Φωστιέρη, τόν φέρνουν κοντά στον Μπωντλαίρ, εντοπίζεται, επίσης, στην παρακάτω ενδιαφέρουσα θέση της φιλολογικής κριτικής: (στον Φωστιέρη) «η εξύμνηση του δαιμονικού δεν είναι τίποτε περισσότερο από μνημείωση αυτής της πλευράς που δεν ομολογούμε και που μένει πάντοτε-ή σχεδόν πάντοτε- στη σκοτεινή περιοχή της ζωής μας. […]

Το εντυπωσιακό στην ποίηση αυτή, που μάλλον εύκολα θα εντόπιζα την μπωντλερική καταγωγή της, δηλαδή την απελπισμένη μνημείωση, τουλάχιστον σ’ ένα αισθητικό επίπεδο, της έννοιας και της αίσθησης του “κακού” ή του “καταραμένου”, είναι ότι δεν παρουσιάζει καμία λυρική δόνηση.[….] Η ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη […] “ιδεολογικά” και βάσει των μπωντλερικών καταβολών της στην ουσία γειτνιάζει περισσότερο με έναν ποιητικό λόγο που αρνείται τη συσκότισή του από τους δραματικούς τονισμούς και τις λυρικές εξάρσεις».[15]

Ως προς την κοινή πραγμάτευση του κακού, σημαντική η παρακάτω κριτική θεώρηση: (στον Φωστιέρη) «ο Σατανάς δεν είναι παρά ένας επαναστατημένος άγγελος, ο καλύτερος των αγγέλων, που άκουσε τη μέσα του φωνή, τη φωνή της αγανάκτησης. Ο ποιητής παίρνει το μέρος του και μιλάει για λογαριασμό του. Ο Baudelaire, στις “Λιτανείες του Σατανά”, ελάχιστα απομακρύνεται από τον αρχαίο μύθο, μολονότι εγκωμιάζει (και) αυτός πρώτος την εξανάσταση του κακού αγγέλου. Ένα σημαντικό σημείο συνάντησης του Α.Φ. με τον Baudelaire είναι η αντίληψη ότι ο Σατανάς είναι ο προστάτης όλων εκείνων των καταφρονεμένων που ο Θεός έδιωξε από τον γήινο παράδεισο».[16]

Στη συγκεκριμένη ερμηνευτική βάση, λοιπόν, «το δαιμονικό, όπως απεικονίζεται στη συλλογιστική του Α. Φωστιέρη, είναι προφανώς η άλλη όψη του αγγελικού και ύψιστου. Η μήπως-δαιμονικό και αγγελικό-προσωπεία της μιας και μόνης κατάστασης του ανθρώπου στον κόσμο;».[17] Τόσο ο άγγελος στον Φωστιέρη όσο και ο Σατανάς, συνιστούν τα αλληλένδετα πεδία της διεκδικούμενης ομορφιάς. Ο εκδιωχθείς είχε το προνόμιο να δοκιμάσει την ομορφιά της υπεροχής όσο και να αποκτήσει την πολύτιμη εμπειρία της ατέρμονης αναζήτησης της αλήθειας, κατά βάση δυσαπόκτητης και οδυνηρής, ως ρυθμιστικής αρχής του σύμπαντος, όταν εξορίστηκε από την Γη της ευδαιμονίας.

Αυτό τον κάνει πολύ ανθρώπινο, γιατί αποτελεί τον αρχετυπικά ευάλωτο στον πόνο, στην δυστυχία και στις κακουχίες. Με την ίδια ακριβώς ερμηνευτική οπτική, ο μπωντλαιρικός Διάβολος συμπαρίσταται στους κοινωνικά περιθωριοποιημένους, εκπροσωπώντας την βαθύτερη γνώση του κόσμου. Κοινή ζητούμενο για τους δύο ποιητές αποτελεί η αναζήτηση του ωραίου είστε στην φωτεινή είτε στην σκοτεινή εκδοχή του. Στην κάθε περίπτωση, ο Σατανάς συμπορεύεται στην αναζήτηση της βαθύτερης σχέσης που τούς συνδέει με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής τους. Επιδιώκεται να αφήσουν ως μέγιστη παρακαταθήκη στους επιγενόμενους, μέσα από την κοινή λογοτεχνική χρήση της μορφής του Σατανά, την ελπίδα για κοινωνική αναδόμηση σε συνδυασμό με την διεκδικούμενη πραγμάτωση των προσωπικών διεκδικήσεων κάθε ατόμου, που ζητά να εισακουστεί από τον ταλαιπωρημένο άλλα σοφό μπωντλαιρικό Διάβολο. [18]

[1] Charles Baudelaire, Œuvres completes, Vol.I, Ed. Claude Pichois, Gallimard, Bibliothèque de la Pléiade, Paris, 1975, pp.123-125. Για το συγκεκριμένο άρθρο, αξιοποιήθηκε η μετάφραση,  Charles Baudelaire, Τα Άνθη του κακού, Μτφρ. Γιώργος Σημηριώτης, Πρόλογος: Κώστας Ουράνης, Εκδ. Σελίδες, Αθήνα 1980,

[2] Αναλυτικότερα, βλ. και τις ερμηνευτικές θέσεις του Claude Launay, Commente, Les fleurs du mal de Charles Baudelaire, Gallimard, Paris, 1995, pp. 112‒115.

[3] Βλ. σχετικά, Pierre Emmanuel, Baudelaire, la femme et Dieu, Éditions du Seuil, Paris, 1982, p.107.

[4] Βλ. σχετικά, Pierre Emmanuel, Baudelaire, la femme et Dieu, Éditions du Seuil, Paris, 1982, pp.132‒135.

[5] Georges Poulet, La poésie éclatée, Baudelaure/Rimbaud, Presses Universitaires de France, Paris, 1980, p.34.

[6] Αναλυτικότερα, βλ. Max Milner, Le diable dans la littérature française: de Cazotte a Baudelaire, 1772‒1861, Tome ΙΙ, Librairie José Corti, Paris, 21971, pp.430‒441.

[7] Αντώνης Φωστιέρης, Ποίηση 1970-2005, Συγκεντρωτική έκδοση, Καστανιώτης, Αθήνα, 2008, σ.54.

[8] Αντώνης Φωστιέρης, Ποίηση 1970-2005, Συγκεντρωτική έκδοση, ό.π.σσ.58-59.

[9]  Γιώργος Μαρκόπουλος, Εκδρομή στην άλλη γλώσσα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1994, σ.171, πρβλ. τις αντίστοιχες απόψεις του Μαρκόπουλου για το ίδιο ζήτημα, Γιώργος Μαρκόπουλος, «Κατάδυση στο βαθύτερο είναι των πραγμάτων και στις ζοφερές σφαίρες της μεταφυσικής», Αλφειός, τχ.12-13 (Καλοκαίρι 1997), σ.21.

[10] Kimon Friar, «Για τον Αντώνη Φωστιέρη», Εμβόλιμον, τχ.41-42 ([Δεκέμβριος] 2000), σσ.26-27.

[11] Αλέξης Ζήρας, «Αντώνης Φωστιέρης: To Θα και το Να του Θανάτου», Γράμματα και Τέχνες, τχ.56, (Ιούλιος-Οκτώβριος 1988), σ.13.

[12] Αντώνης Φωστιέρης, Ποίηση 1970-2005, Συγκεντρωτική έκδοση, ό.π.σ.135.

[13] Αντώνης Φωστιέρης, Ποίηση 1970-2005, Συγκεντρωτική έκδοση, ό.π.σ.136.

[14] Αντώνης Φωστιέρης, Ποίηση 1970-2005, Συγκεντρωτική έκδοση, ό.π.σ.137.

[15] Αναλυτικότερα, βλ.  Αλέξης Ζήρας, Γενεαλογικά. Για την ποίηση και τους ποιητές του ’70, εκδ. Ρόπτρον, Αθήνα 1989, σσ.212-218.

[16] Βαγγέλης Κάσσος, «Η αυθόρμητη φωνή της ψυχής», Διαβάζω, τχ.55, Αύγουστος 1982, στο: Για τον Αντώνη Φωστιέρη: κριτικά κείμενα, Ανθολόγηση-Εισαγωγή-Επιμέλεια, Θεοδόσης Πυλαρινός, Εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2017, σ.175.

[17] Αναλυτικότερα, βλ. Αλέξης Ζήρας, «Αντώνης Φωστιέρης: To Θα και το Να του Θανάτου», Γράμματα και Τέχνες, τχ.56 (Ιούλιος-Οκτώβριος 1988), ό.π.σσ.13-14.

[18] Το συγκεκριμένο άρθρο εντάσσεται στην Μεταδιδακτορική Έρευνα που εκπονώ στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΕΚΠΑ με τίτλο: «Διακειμενικές όψεις του Charles Baudelaire στην ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη», με  Επιβλέπουσα την Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα, κ. Παπασπυρίδου Ιωάννα, η οποία επιμελήθηκε φιλολογικά το συγκεκριμένο κείμενο.


Ακολουθήστε το onprevezanews.gr στο Facebook και στο Instagram

Διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο Google News


 

Προηγούμενο Άρθρο

Ιατρικός Σύλλογος Πρέβεζας: Αντίθετος σε οποιαδήποτε αντιεμβολιαστική πράξη

Επόμενο Άρθρο

Ξεκίνησε η καταγραφή ζημιών από τα ακραία καιρικά φαινόμενα στην Π.Ε Πρέβεζας

Μπορεί να σας ενδιαφέρει...