Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2024, 22:43

Κοσμάς Κοψάρης, Η παραγγελιά, του Παύλου Τάσιου, κριτική της ταινίας

Βρισκόμαστε στο 1973, στην Αθήνα, στο κέντρο Νεράιδα, όταν ο Νίκος Κοεμτζής για την παραβίαση της παραγγελιάς την ώρα που χόρευε ο αδερφός του Δημοσθένης, σκότωσε τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους οχτώ. Ανάμεσα στα τρία άτομα που σκότωσε, οι δύο ήταν αστυνομικοί, οι οποίοι παρενόχλησαν επιδεικτικά το Δημοσθένη  όταν χόρευε. Αυτή είναι η πραγματική ιστορία που μεταπλάθει κινηματογραφικά ο Παύλος Τάσιου με αριστοτεχνικό τρόπο. Ας δούμε ενδεικτικά τις πιο σημαντικές διαφορές: αρχικά, η Παραγγελιά των αδερφών Κοεμτζή τελέστηκε εν έτει 1973, ενώ η «Παραγγελιά» του Τάσιου το 1980. Το φονικό έλαβε χώρα στα χρόνια της Δικτατορίας ενώ η ταινία στα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Πρέπει να κατανοηθεί η διαφορά της έννοιας της αστυνομοκρατίας κατά την περίοδο της Χούντας και η έννοια της αστυνόμευσης στην κατοπινή της φάση, των πρώτων ετών στην ύστερα από το Πολυτεχνείο εποχή. Αυτό που πρέπει να προσεχθεί είναι ότι ο Τάσιου προβάλει την Αθήνα του τότε, ενώ στην ουσία δεν είναι ο στόχος του η άμεση βολή  εναντίον ενός κράτους εν κράτει που με τα σώματα ασφαλείας επιβάλλει ετσιθελικά τις δικές του παράτολμες και επιτακτικές ορέξεις κατά παραγγελία χωρίς να λαμβάνει υπόψη το εκάστοτε ατομικό εγώ, όπως συνέβαινε στη διάρκεια της επταετίας. Η ταινία πρέπει να αναγνωστεί διαφορετικά, όσο και αν φαίνεται πολιτικοποιημένη και παρόλο που δίνει την εντύπωση ότι κλίνει  προς τον αριστερό, κατά βάση, ιδεολογικό χώρο (κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να την συνδέσει με την ποιητική συλλογή της Γώγου Τρία κλικ αριστερά που εκδόθηκε δύο χρόνια νωρίτερα). Κινείται, ωστόσο, σε αμιγώς κοινωνικά πεδία, όχι πολιτικά πλαίσια.

Η βαθύτερη ουσία της είναι η ανάδειξη του κοινωνικού περιθωρίου και ο γενικευμένος φόβος της μετατροπής της Αθήνας σε ένα χωνευτήρι αφανισμένων ψυχών που δεν μπορούν να ελπίζουν σε κανένα ευοίωνο αύριο. Η μέγιστη απόδειξη προς αυτή την κατεύθυνση είναι η τιτάνια παρουσία της Γώγου στην ταινία όχι ως ηθοποιού πια αλλά ως ποιήτριας, εξ ου που στην αρχή και στο τέλος της ταινίας εμφανίζεται να βγάζει το μακιγιάζ όντας σε απόγνωση. Δεν είναι πια η καλλιτεχνική φυσιογνωμία αλλά το ποιητικό υποκείμενο με την βαθιά κοινωνική της ενσυναίσθηση να διεκτραγωδεί την «Μοναξιά» της. Αξίζει να παρατεθούν οι παρακάτω στίχοι του ποιήματος που ακούγονται εμφατικά στην ταινία:

Η μοναξιά

δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.

Οι ήρωες μάς συγκινούν γιατί στο βάθος μένουν όλοι μόνοι. Μπορεί να χορεύουν μέσα σε ένα κέντρο, πριν γίνει το φονικό, αλλά αισθάνονται όλοι, κατά βάση, τόσο μόνοι, ίσως γιατί στην ταινία προβάλλονται διαφορετικοί, συνεπώς εκλαμβάνονται ως κοινωνικά απόβλητοι και άκρως περιθωριοποιημένοι. Όπως λέει και η Κατερίνα στην ποίησή της, χρειάζονται πολλά να γίνουν ακόμη για μια κοινωνία που τους διαφορετικούς σκοτώνει (αναφέρομαι στο ποίημά της «Σόνια» από την μεταγενέστερη ποιητική της συλλογή Απόντες, 1986). Πρόκειται για μια ταινία που αξίζει να την δείτε ως καλλιτεχνικό κειμήλιο της τοιχογραφίας μιας ορισμένης εποχής που έμελλε να αλλάξει τη δομή της κοινωνίας του συλλογικού οράματος σε αυτή των ατομικών  προσωπικών αδιεξόδων των κατοπινών ετών των οποίων ο απόηχος φτάνει ως την τωρινή μετά-πανδημική φάση μας……

Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, κριτικός

Προηγούμενο Άρθρο

Α.Σ Πρέβεζας ”ΕΥΖΗΝ”: 11 προκρίσεις μαθητών στην Β’ φάση των σχολικών αγώνων

Επόμενο Άρθρο

Η πολιτική πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Εκδήλωση το Σάββατο στην Πρέβεζα

Μπορεί να σας ενδιαφέρει...