Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2024, 22:19

Καταδίωξη ληστών στην πρεβεζάνικη ύπαιθρο του μεσοπολέμου του Σπύρου Σκλαβενίτη

Είναι γνωστό ότι η ελληνική ύπαιθρος μαστιζόταν για μεγάλο διάστημα από το φαινόμενο της ληστείας. Η Ήπειρος δεν αποτελούσε εξαίρεση.  Μάλιστα στο νομό Πρέβεζας σημειώθηκε η χαρακτηριστικότερη και φονικότερη ληστεία του Μεσοπολέμου, εκείνη στο χωριό Πέτρα.

Στο σύντομο σημείωμα μας δεν πρόκειται να εξετάσουμεσυνολικά το ζήτημα της ληστείας,ούτε θα αναφερθούμε σε γνωστούς ληστές για τους οποίους υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Πρόθεσή μας είναι να παρουσιάσουμε ένα -άγνωστο θεωρούμε- περιστατικό, το οποίο μας βοήθησε να ξετυλίξουμε την αρχή μόνο του νήματος της δράσηςκαι της τύχης μιας συγκεκριμένης ομάδας ληστών στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας.

Ως πηγές χρησιμοποιήσαμε καταρχάς ένα αρχειακό έγγραφο,δύο σχετικά Βασιλικά Διατάγματα, ένα δημοσίευμα γιαννιώτικης εφημερίδας και τέλος, εγγραφές ενός ιδιωτικού, αλλά δημοσιευμένου πλέον, ημερολογίου. Δυστυχώς, για την περίοδο αυτή δεν σώζονται πλήρεις σειρές πρεβεζάνικου τύπου, που θα περιελάμβαναν περισσότερες ειδήσεις για το θέμα. Επιπλέον, για μία λεπτομερέστερη πραγμάτευση του θέματος θα απαιτείτο και η αξιοποίηση αρχείων τα οποία δεν είναι ακόμα διαθέσιμα στην έρευνα, καθώς δεν έχουν παραδοθεί στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Τον Οκτώβριο του 1921 συνεδρίασε επιτροπή που καθοριζόταν από τον Νόμο ΤΟΔ΄ του 1871 «περί καταδιώξεως της ληστείας» και στην οποία συμμετείχαν ο Νομάρχης, ο Εισαγγελέων Πρωτοδίκης, ο Διοικητής της Μοιραρχίας (Χωροφυλακής) Πρέβεζας και ο πρόεδρος της κοινότητας, στα διοικητικά όρια της οποίας έλαβε χώρα ο φόνος ενός ληστή κατόπιν καταδίωξης. Αντικείμενο της συνεδρίασης αποτελούσε η κατανομή της αμοιβής που είχε οριστεί από Βασιλικό Διάταγμα για την «αποτελεσματικήν κατάδειξιν του μέρους της αποκρύψεως»(δηλαδή την παροχή πληροφοριών για το κρησφύγετο) και τη σύλληψη ή το φόνο τριών φυγόδικων, καταγόμενων από χωριά του νομού Πρέβεζας, που είχαν επικηρυχθεί ως ληστές. Οι δύο από αυτούς βαρύνονταν με κατηγορίες για φόνο, ληστεία, οπλοφορία και οπλοχρησία ενώ ο τρίτος μόνο για ληστεία. Η αμοιβή για την κατάδειξη του κάθε ληστή οριζόταν σε δύο χιλιάδες δραχμές ενώ για το φόνο ή τη σύλληψή τους σε τρεις χιλιάδες δραχμές.

Μετά το σχετικό διάταγμα, συγκροτήθηκαν τρία καταδιωκτικά αποσπάσματα με επικεφαλής έναν ενωμοτάρχη και δύο υπενωμοτάρχες της Χωροφυλακής.Χάρη στις ενέργειες, και ενδεχομένως τη χρηματική δαπάνη ενός από τους τελευταίους, όπως σημειώνεται στο έγγραφο, προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για το κρησφύγετο των ληστών, υπήρξε πρόσωπο το οποίοσυνεργάστηκε με τις αρχές. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 13ης προς την 14η Ιουνίου εντοπίστηκε η εξαμελής συμμορία σε βρύση της υπαίθρου και υπήρξε συμπλοκή κατά την οποία σκοτώθηκε ένας από τους τρεις επικηρυγμένους, συνελήφθησαν οι άλλοι δύο και τραυματίστηκε ο αδελφός ενός εξ αυτών, λιποτάκτης του 24ου Συντάγματος.

Κομβικόρόλο στην επιτυχία της καταδιωκτικής επιχείρησης διαδραμάτισε ο πληροφοριοδότης. Στο πρακτικό της επιτροπής σημειώνεται: «κατά την άφιξιν των ληστών εις το υπό του καταδείκτου υποδειχθέν μέρος εθεάθη μεταξύ αυτών και ο καταδείκτης καθήσας μετά του ληστού εις το προ της βρύσης πεζούλιον και κατά την ώραν της συμπλοκής ευρισκόμενος εις το μέσον των ληστών εξέθεσεν εις μέγιστον και πρωτοφανή κίνδυνο την ζωήν του». Είναι προφανές ότι ο «καταδείκτης» δεν γνώριζε απλώς το κρησφύγετο των ληστών, αλλά είχε και κάποια μορφή σχέσης ή συνεργασίας μαζί τους. Υπήρξε άραγε και αυτός μέλος της συμμορίας ή συνεργαζόταν μαζί της από φόβο και εξαναγκασμό; Άγνωστο.

Η επιτροπή κατένειμε τη χρηματική αμοιβή των τριών χιλιάδων δραχμών σε 7 όργανα της τάξης: 700 δραχμές θα λάμβανε ο διοικητής του αποσπάσματος και ο υπενωμοτάρχης ο οποίος πυροβόλησε τον ληστή. 400 δραχμές θα λάμβανε ο υπενωμοτάρχης,ο οποίος είχε στρατολογήσει τον πληροφοριοδότηκαι συμμετείχε και ο ίδιος στην καταδίωξη, χωρίς τελικά να λάβει μέρος στη συμπλοκή, καθώς είχε στήσει ενέδρα σε άλλο σημείο,από το οποίο υπολογιζόταν ότι θα διέρχονταν οι ληστές. Τέλος, 300 δραχμές θα δίνονταν σε τέσσερις χωροφύλακες που έλαβαν μέρος στη συμπλοκή. Ολόκληρη η χρηματική αμοιβή των έξι χιλιάδων δραχμών που έχει οριστεί για την κατάδειξη του κρησφύγετουτων τριών ληστών χορηγήθηκε στον «καταδείκτη», το όνομα του οποίου δεν καταγράφεται στα έγγραφα, παρά μόνο τα αρχικά του, προφανώς για την προστασία του.

Η δράση όμως της συγκεκριμένης συμμορίας ή τουλάχιστον ενός μέλους της δεν σταμάτησε με τη φυλάκιση των δύο επικηρυγμένων στις φυλακές Ιωαννίνων τον Αύγουστο του 1921. Αντίθετα, το 1922 υπήρξε νέα επικήρυξη για έναν εξ αυτών, καθώς κατόρθωσε να δραπετεύσει και να ενωθεί με άλλους ληστές και λιποτάκτες, οι οποίοι λυμαίνονταν την πρεβεζάνικη ύπαιθρο. Αυτή τη φορά μάλιστα το χρηματικό ποσό της επικήρυξής του αυξανόταν σε 5 χιλιάδες δραχμές για την κατάδειξη και σε 10 χιλιάδες δραχμέςγια το φόνο ή τη σύλληψή του. Το κατηγορητήριο που τον βάραινε πλέον συμπεριελάμβανε κλοπές, ζωοκλοπές και «εκβιάσεις». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της δράσης του ως εκβιαστή μαρτυρείται στο δημοσιευμένο ημερολόγιο επιφανούς προσώπου της πρεβεζάνικης κοινωνίας. Σε αυτό καταγράφονται τρεις απειλητικές επιστολές του συγκεκριμένου φυγόδικου, που υπογράφει ως «ληστής», με τις οποίες επιχειρούσε να αποσπάσει μεγάλο χρηματικό ποσό από τον εκβιαζόμενο. Οι επιστολές χρονολογούνται στα τέλη του 1923 και στις αρχές του 1924, ενώ στο ημερολόγιο δεν καταγράφεται αν τελικά ο εκβιαζόμενος υπέκυψε στον εκβιασμό. Ωστόσο, το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο επικηρυγμένος το 1922 ως ληστής συνέχιζε για άλλα δύο τουλάχιστον χρόνια τη δράση του. Δυστυχώς, δεν κατορθώσαμε να εντοπίσουμε πληροφορίες για την μετέπειτα τύχη του.

Οι παραπάνω σύντομες πληροφορίες σκιαγραφούν αρκετά παραστατικά μια ζοφερή πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου που αποτελούσε πεδίο δράσης πληθώρας και ποικίλης εμβέλειας ληστών και όχι μόνο των επιφανών εκπροσώπων του είδους, που περιβάλλονται ακόμα και σήμερα με το πέπλο του μύθου. Επιλέξαμε να μην αναφέρουμε ούτε τοπωνύμια καταγωγής ούτε ονοματεπώνυμα, καθώς στόχος μας δεν ήταν να αναδείξουμε τη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αντιθέτως, να τη χρησιμοποιήσουμε ως υπόθεση εργασίας για να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή των ανθρώπων που επέλεγαν την παραβατική συμπεριφορά: διάπραξη αδικημάτων, επικήρυξη, καταδίωξη, φόνος ή σύλληψη. Επιπλέον, κάθε τέτοια υπόθεση αποτελεί ευκαιρία να διαφανεί κάθε φορά η αποτελεσματικότητα ή αναποτελεσματικότητα των αρχών, είτε με την επιτυχή καταστολή, είτε με την αδυναμία τους, όπως εκφράζεται από το γεγονός ότι ληστές κατάφερναν να δραπετεύουν ή να διαφεύγουν επί μακρόν τη σύλληψη. Τέλος, αξίζει να υπογραμμίσουμε και την πληροφορία περί λιποτακτών που ενσωματώνονταν σε ληστρικές ομάδες καθώς και το ρόλο πληροφοριοδοτών, που κάποιες φορές σχετίζονταν με τις ληστοσυμμορίες, αν δεν ήταν και οι ίδιοι μέλη αντίστοιχων ομάδων.

Κλείνοντας, σημειώνουμε ότι η φωτογραφία που συνοδεύει το παρόν άρθρο προέρχεται από το αρχείο των ΓΑΚ Πρέβεζας και παρουσιάζει άνδρες της Χωροφυλακής της εποχής του Μεσοπολέμου, χωρίς ωστόσο αυτοί να συνδέονται άμεσα με το κεντρικό περιστατικό που πραγματευτήκαμε.

Σπύρος Σκλαβενίτης

Δρ. Ιστορίας, προϊστάμενος ΓΑΚ Πρέβεζας

Προηγούμενο Άρθρο

Η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος ”Ήπειρος 2014-2020” επισκέφθηκε τις δομές του δήμου Πρέβεζας

Επόμενο Άρθρο

Στην Φιλιππιάδα την Παρασκευή το πρωΐ ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Μπορεί να σας ενδιαφέρει...