Σάββατο, 20 Ιουλίου 2024, 2:41

Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, – «Όψεις του καρυωτακικού απόηχου στην νεανική ποίηση του Αλέξη Τραϊανού»

Με αφορμή την επέτειο της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη παραθέτω ένα μέρος από το σχετικό κεφάλαιο της Διδακτορικής μου Διατριβής που αφορούσε τον καρυωτακικό απόηχο στην ποιητική Γενιά του ’70. Η συγκεκριμένη Διατριβή συμπεριλαμβάνεται στην βικιπαίδεια στην βασική βιβλιογραφία για τον Αλέξη Τραϊανό.[1]  Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα του καρυωτακικού απόηχου στην πρώτη συλλογή του Τραϊανού επισημαίνεται ότι στην «Αφίσα» από τη συλλογή Οι μικρές μέρες τίθεται το ζήτημα της οντολογικής διερεύνησης του εαυτού: «Μα επί τέλους τί είμαι», σε παρεμφερές κλίμα αμφισβήτησης της ύπαρξης με τον στίχο: «“υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “δεν υπάρχεις!”» από την «Πρέβεζα», με έντονη κατ’ αντιστοιχία την αμφιταλάντευση μεταξύ «είμαι» και «δεν είμαι» στην κατάσταση απομόνωσης, ύστερα από την άσκοπη περιπλάνηση στην κενή πραγματικότητα:

Μα επί τέλους τί είμαι

Εγώ που έψαυσα ένα χάρτινο πρόσωπο

Στημένο στην αμφιβολία των δρόμων

Στα σταυροδρόμια της σιωπής

Πάνω σε τόσες αφίσες το κοίταξα

Ν’ αλλάζει χρώματα ν’ αλλάζει στάσεις

Να του σχεδιάζουν ματογυάλια

Να του προσθέτουν υπογένεια

Ερυθρά και γλαυκά μάτια

Σκισμένες παρειές και μέτωπα


Αύριο ένα καινούργιο πρόσωπο

Στο πρόσωπό μου θα επικολληθεί

Στιλπνό κι ακέραιο μες στη νύχτα

Για να ξυπνήσει και ν’ αντιληφθεί

Πως πάλι έβρεξε πως πάλι πέρασε

Το νύχι στο μαχαίρι


Σκισμένες παρειές

Σκισμένα μέτωπα


Στην εφήμερη διάρκεια για κάθε «χάρτινο πρόσωπο» σε αφίσες δρόμων στην αναμονή αντικατάστασης προς αχρήστευση απηχούνται τα ευάλωτα «Ανδρείκελα» ως προς την ευκολία μετάβασης στην ανυπαρξία, με συνακόλουθα κοινό σημείο στην κάθε περίπτωση την αποδιοργάνωση κάθε εμπλεκομένου προσώπου ως απόρροια ασύμβατου εξωτερικού περίγυρου.[2] Συνεπώς, ο Τραϊανός εν προκειμένω επιτείνει την καρυωτακική ατμόσφαιρα της υπαρξιακής αμφισβήτησης με τη διαπίστωση της αυταπάτης της ζωής λόγω της διαρκώς άσκοπης περιπλάνησης. Παρεμφερές το περιεχόμενο στο «Πλησίασε τώρα…» περί επίπονης διεκδίκησης αυθεντικής ζωής στον αντίποδα βίωσης της ψευδαίσθησης ως διαφορετική εκδοχή της εκ νέου προσέγγισης του Καρυωτάκη στα «Ανδρείκελα»:

 

Θα μαζέψω όλες τις μέρες 

Θα περπατήσω πάλι στα ίδια σπίτια

Θ’ ανασάνω πάλι τη θάλασσα

Και με την τελευταία δύναμη

Θα ξεκρεμάσω απ’ τις μέρες τα σπίτια τη θάλασσα

Όλα μου τα δάκρυα

Όλα μου τα βήματα

Όλες μου τις ανάσες

Θα στα δώσω

Για να υπάρξω

Αναφορικά με την πρώτη συλλογή του Τραϊανού ορθά επισημαίνεται από το Γαραντούδη ότι: «Η υποβολή δυσοίωνων ψυχικών καταστάσεων κατορθώνεται ενίοτε με έναν λόγο άμεσο, ευθέως αναφορικό και απερίστροφα ρεαλιστικό [….]. Η αποστροφή προς εαυτόν ή προς ένα απόν πρόσωπο αντηχεί μάλλον ως ρητορικό πρόσχημα, παρά ως προσπάθεια σύναψης διαλόγου, αφού ο ποιητικός λόγος αρθρώνεται εκ των υστέρων, όταν πια κάθε ελπίδα και προσδοκία έχουν ματαιωθεί, με σκοπό να αποτιμήσει προσωπικές και συλλογικές απώλειες. Οι παρελθούσες μέρες είναι οριστικά χαμένες και οι παρούσες πιεστικά μικρές».[3] Στο ίδιο κλίμα, στο «Μια ζωή γέμισα» αποκομίζεται η αίσθηση του τέλους ως αναπόφευκτο αδιέξοδο «στην άβυσσο του νου» και ως συνακόλουθος απόηχος από την «ώρα με τ’ αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!» στην «Επιστροφή»:

Κλείνουν οι δρόμοι ένας ένας

Κλείνουνε πίσω

Πίσω απ’ τα κουρασμένα πόδια μας

Με τα χλωμά παράθυρα με τα φτωχά ινδάλματα

Λόγχη του χρόνου ικρίωμα του καιρού

Κλείνουν τα πρόσωπα τα μάτια μέσα μου

Βαραίνω

Συνεπώς, στο ανωτέρω απόσπασμα του Τραϊανού επανέρχεται μέσω ανάλογων εκφραστικών επιλογών το πεισιθάνατο κλίμα ολικής παραίτησης από την «Αισιοδοξία», με κοινή για κάθε υποκείμενο την εμπέδωση του επερχόμενου αφανισμού στην ανάλογη εκμυστήρευση μέσω της ποίησης βασανιστικών συναισθημάτων:[4]

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,

κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι  να μοιάσει

νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής-

τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,

και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Το καθηλωμένο άτομο σε ζοφερή εποχή συνιστά, επίσης, πιστή αποτύπωση της έντονης ψυχικής δυσθυμίας και άρνησης του συλλογικού υποκειμένου στο παρακάτω ποίημα του Καρυωτάκη, όπως διαπιστώνονται με την αλλοίωση του υποκειμένου «σε μια οντότητα χωρίς ζωτικές ιδιότητες»:[5]

Σύμβολα εμείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν,

άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους,

τάφοι που πάντα με ανοιχτή χρονολογία προσμένουν,

γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους.

Επιπλέον, στο εν λόγω ποίημα του Τραϊανού υπονοείται η περιθωριοποίηση του ποιητικού εγώ λόγω των αντίξοων κοινωνικών συγκυριών σε συνειρμικό παραλληλισμό με τους «ποιητές άδοξοι που ’ναι» στον Καρυωτάκη, γιατί «του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει». Συναφείς, επίσης, οι παρακάτω στίχοι του «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…» προς υποδήλωση απογοήτευσης λόγω της μη τελεσφόρησης των προσδοκιών με αντίστοιχη προέκταση της εσωτερικής έντασης στο σώμα, επιφέροντας γενίκευση της χαοτικής κατάστασης:[6]

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο

τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,

νιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,

υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Επιπλέον, η μεταβίβαση έντονης απαισιοδοξίας στον νεότερο ποιητή σε «χλωμά παράθυρα» που προσιδιάζουν σε όψη νεκρών συνδέεται με την ανάλογα μακάβρια αίσθηση στο παρακάτω καρυωτακικό δίστιχο:

Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,

κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.

(«Όλα τα πράγματά μου…»)

Το συγκεκριμένο ποίημα του Τραϊανού, τέλος, ως προς την αρνητική σημασιοδότηση περιεχομένου, στο οποίο επιβεβαιώνονται ολική έλλειψη ζωτικών κινήτρων συνδυαστικά με την παρεπόμενη επιθυμία θανάτου, πλησιάζει πάλι τον Καρυωτάκη στο «Δικαίωσις». Εκεί, βέβαια, αποδίδεται τραγικότερα η κατάληξη του σώματος ως φορτίου στους ώμους άλλων, κατά την περιγραφή της νεκρικής πομπής, απηχώντας περισσότερο εντύπωση εορταστικής λιτανείας όσον αφορά την έντονη τάση του ποιητικού εγώ για εύρεση διεξόδου στο υπερβατικό, με την ποίηση μονάχα πίσω ως «παρακαταθήκη στους επιγενόμενους»:[7]

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,

και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.

«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»

θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρίσω.


Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,

η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει

-πρώτη φορά-σε τεσσάρων τον ώμο.


Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια

αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει

ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.  

Αναφορικά με τη συλλογή του Τραϊανού Οι μικρές μέρες, ο Στογιαννίδης ορθά παρατηρεί τα εξής με τον ιδιαίτερο τρόπο λογοτεχνικής γραφής του: «Άνθρωποι μοναχικοί, μοναχιασμένες φωνές, ήχοι πνιγμένοι παγώνουν την ψυχή σου. Κάνει απερίγραπτο κρύο σ’ έναν κόσμο που τον δυναστεύει η απελπισία. Ωστόσο, μες απ’ αυτήν την απόγνωση ο Τραϊανός ελπίζει σ’ ένα σωτήρα Θεό. Όμως πουθενά δεν υπάρχει μια ρωγμή που θα μπορούσε αυτός ο σωτήρας να χρησιμοποιούσε σαν πέρασμα για να τον σώσει. Φρόντισε πρώτα ο ποιητής να δημιουργήσει στεγανά κι ύστερα να ζητήσει να βγει έξω και να φωνάξει».[8]

Από την άλλη, στις «Ερμητικές κάμαρες» χαρακτηριστική η λεπτομερειακή περιγραφή της εσωτερικής αποδιοργάνωσης του υποκειμένου στον ασφυκτικό κλοιό του δωματίου, σηματοδοτώντας κίνδυνο ολικής απώλειας στο αδεξιάλυτο πλέγμα εσώτερης διάλυσης και περιβάλλοντος χώρου ως ανάκλαση της ψυχικής κατάρρευσης στην ποιητική καταγραφή:

Ερμητικές κάμαρες

Ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια

Ένα ξεχτένιστο κεφάλι


Σπρώχνεται στον καθρέφτη

Κοιτιέται

Ανάβουν μέσα του τα παλιά μαλλιά του

Το στιλπνό του πρόσωπο

Πέφτουν νερά

Ξυπνά η φρίκη κι αντικατοπτρίζεται

Μ’ ένα ξεχτένιστο κεφάλι

Με ξεσκισμένες πόρτες

Στη μουσική που γέμισε στη θλίψη

Και στων εντόμων τις φωνές

Σ’ αυτό το σώμα π’ αγκαλιάζει τη σποδό του

Το ανωτέρω ποίημα του Τραϊανού, λοιπόν, προσιδιάζει απόλυτα στην ατμόσφαιρα υπαρξιακής μόνωσης του «Όλα τα πράγματά μου…». Αντίστοιχα στους παρακάτω στίχους του Καρυωτάκη αποδίδεται ο παρατεταμένος εγκλωβισμός του ποιητικού εγώ σε εγκαταλελειμμένο σπίτι από ανθρώπους. Φανερώνεται έτσι η αναπότρεπτη πορεία του ήρωα προς τον υπαρξιακό μηδενισμό λόγω των ατελέσφορων επιδιώξεων, που εν προκειμένω συνδέονται με την έντονη ερωτική απογοήτευση από στέρηση του αγαπημένου προσώπου σε συνάρτηση με τη γενικότερη διαπίστωση περί της δυσερμήνευτης αποδιοργάνωσης στον κόσμο:[9]

Όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως

να ’χω πεθάνει πριν από καιρούς.

Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,

και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.


Όλα τα πράγματά μου αναθυμούνται

μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,

σ’ εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,

σ’ εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.


 Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,

ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.

Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,

κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.

Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.

Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί

στην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,

αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.


 Δεν ξέρω δω ποιός είναι τώρα ο τόπος,

δεν ξέρω ποιός χαράζει τους σταυρούς,

κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως

να ’χω πεθάνει πριν από καιρούς.

Επιπλέον, οι «Ερμητικές κάμαρες» συνδέονται με παραπλήσιες εκφράσεις από όλο το εύρος της ποίησης του Καρυωτάκη σε ανάλογη υποδήλωση φθοράς από  το έντονο ψυχικό κενό. Χαρακτηριστική η περίπτωση στο «Πάρε τα δώρα…» από τα Νηπενθή, με έντονη την ανάγκη επικοινωνίας του ποιητικού εγώ στην «μαύρη κάμαρά» του.[10] Ανάλογη κατάσταση εσωτερικού μαρασμού αποδίδεται στη «Μοναξιά» από την ίδια συλλογή, με τον τίτλο σε απόλυτη συμφωνία με το ψυχικό αδιέξοδο που αποτυπώνεται στο περιεχόμενο. Παρατίθεται ενδεικτικά η πρώτη στροφή προς εντοπισμό των εκφραστικών αναλογιών με τον Τραϊανό:

Μεσάνυχτα, και λείπετε, αδερφούλες μου.

Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι.

Τις κάμαρες θ’ ανοίξω που στοιχειώσανε,

τ’ αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει.

Άνε με πάρει ο ύπνος, μέσα στ’ όνειρο

θα’ ρθει κάποια από σας να με ξυπνήσει.

Στην ίδια ερμηνευτική βάση, στο «Βράδυ» από τα «Ελεγεία» η βίωση ζοφερών ψυχικών καταστάσεων για το ποιητικό εγώ επισφραγίζεται με τον ερχομό της ατέρμονης νύχτας. Συνεπώς, η άδεια κάμαρα αποτελεί ασφαλή δείκτη εσωτερικής ερήμωσης από ατελέσφορες προσδοκίες σε κενή ζωή, ταυτόσημη εφεξής με το θανάσιμο σκοτάδι συνιστώντας σηματοδότη του υπαρξιακού αδιεξόδου:

τ’ ανοιχτά παράθυρα που ανασαίνουν την ώρα,

η αδειανή κάμαρά μου,

ένα τραίνο που θα ’ρχεται από μια άγνωστη χώρα,

τα χαμένα όνειρά μου,


οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει

ολοένα στην πόλη,

στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,

στη ζωή μου τώρα όλη…

Επίσης, από έναν ακόμη μελετητή διαπιστώνεται η άρρηκτη σύνδεση των δύο ποιητών ως προς τις αντιστοιχίες ζωής και ποίησης, σύμφωνα με την παρακάτω άποψη: «Η μοναδικότητά του βρίσκεται νομίζω και στον συνδυασμό που ενέχει Καρυωτάκη και Σαραντάρη, με όλη τη διαφορά που επιφανειακά έχουν οι δύο αυτοί μεταξύ τους και με τον Τραϊανό. Και οι τρεις τους, ωστόσο, συνομήλικοι μέσα στον θάνατο και μέσα στη ζωή μετά το θάνατο, το ίδιο ταυτισμένοι με την αυθεντικότητα και την παρθενικότητα των πραγμάτων».[11] Ο ίδιος μελετητής, επίσης, σε άλλο σχετικό άρθρο του αναφέρει χαρακτηριστικά για τον Τραϊανό σε σχέση με τον μεσοπολεμικό ομότεχνό του: «Υπήρξε το ίδιο ρεαλιστής όσο και ο Καρυωτάκης στην εποχή του: δεν μπόρεσε παρά να ιδεί την εξαφάνιση της πνευματικής ποιότητας, τον εξοστρακισμό του στοχαστικού και ευαίσθητου ατόμου, την ολοκληρωτική αποπομπή της γνήσιας ποίησης και της ανώτερης τέχνης από μια κοινωνία φιλισταϊκή-τη μετατροπή του ποιητή σε φύλακα ερειπίων».[12]

Ο Γαραντούδης κλείνει εύστοχα την αναφορά του στην ποίηση του Τραϊανού με την παρακάτω διαπίστωση: «Ο Τραϊανός είχε την απαιτούμενη ποιητική παιδεία, αλλά και το προσωπικό σθένος να εκφράσει συλλογικές φοβίες και υπαρξιακά ερωτήματα, από τα οποία οι περισσότεροι, ποιητές και αναγνώστες της ποίησης, αποφασίζουν, μετερχόμενοι διάφορα μέσα, να κρατήσουν απόσταση ασφαλείας. Όταν κανείς, όπως ο Τραϊανός, αναζητά εναγώνια την αυθεντικότητα στην ποίησή του (και, κατά συνέπεια, στη ζωή του), οδηγείται στο να απαλείψει εκείνη την στοιχειώδη απόσταση ασφαλείας από τον εαυτό του και τον εξωτερικό κόσμο».[13]

Αξίζει, λοιπόν. να αναλογιστεί κανείς τις αντιστοιχίες του εν λόγω ποιητή με τον άνθρωπο και ποιητή Καρυωτάκη. Συνεπώς, δεν είναι τυχαία η συνειρμική σύνδεση του Τραϊανού με τον μεσοπολεμικό αυτόχειρα ως προς τον παραλληλισμό ποίησης και ζωής.[14] Επομένως, η εναγώνια επιδίωξη συνένωσης με το συμπαντικό σκότος στον Τραϊανό υπό το πρίσμα της υπαρξιακής βυθομέτρησης, με ανάκλαση του κοσμικού χάους στην έσω αποδιοργάνωση, προσιδιάζει απόλυτα με το σκοτεινό έρωτα ενός άλλου ποιητή της ίδιας γενιάς ως προς την αντίστοιχα επίμονη διεκδίκηση επαφής με την υπερβατική νύχτα.

Στην ιδιάζουσα ποιητική ιδιοσυστασία του Φωστιέρη της φιλοσοφικής ενατένισης του μηδενικού απείρου μέσα από την καρυωτακική διόπτρα, ως γόνιμη αφομοίωση των έντονα υπαρξιακών εκφάνσεων της καρυωτακικής ποίησης, η ασφυκτικά ερημική κάμαρα του Τραϊανού-γεμάτη καρυωτακικές σκιές υπαρξιακού αφανισμού-μετασχηματίζεται σε «αστρικό σώμα» σπιτιού στο «Αέρινο άπειρο», προς ανάλογη υποδήλωση απεγνωσμένου απεγκλωβισμού από «μια διάχυτη αίσθηση αηδίας και άδειου» στη συνένωση με το μηδενικό άπειρο, στην κοινή βάση της γόνιμης αξιοποίησης υπαρξιακών ερεθισμάτων του Καρυωτάκη για αποτύπωση στην ποίηση ατέρμονων εσωτερικών αναζητήσεων έως την «άβυσσο του νου». Αποδεικνύεται ότι ο Καρυωτάκης είναι διαχρονικά παρών.

Δρ, Κοσμάς Κοψάρης, κριτικός λογοτεχνίας, συγγραφέας, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Δ/ντής του 2ου Γυμνασίου Πρέβεζας

[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82, 17-7-2023.

[2] Βλ. και την παρεμφερή ανάλυση του Μπενάτση για το εν λόγω ποίημα του Καρυωτάκη, Μπενάτσης Απόστολος, «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…»: Κώστας Καρυωτάκης: Από τα πρώτα ως τα τελευταία ποιήματα, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, σσ.231-233. Επίσης, για τα «Ανδρείκελα» βλ.τη θεώρηση του Τζιόβα στο «Η ποίηση του Καρυωτάκη ως πρόσκληση στον μοντερνισμό», ό.π.σ.103, καθώς και τον ερμηνευτικό σχολιασμό του Αγγελάτου, Διάλογος και ετερότητα: Η ποιητική διαμόρφωση του Κ.Γ.Καρυωτάκη, ό.π.σσ.62-63.

[3] Αναλυτικότερα, βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Από τον μοντερνισμό στη σύγχρονη ποίηση (1930-2006), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007,σ.297-298. Επίσης, βλ. το ίδιο κείμενο του Γαραντούδη για την ποίηση του Τραϊανού στο Ευριπίδης Γαραντούδης, «Αναφορά στην ποίηση του Αλέξη Τραϊανού», Εντευκτήριο, τχ. 20 (Οκτώβριος 1992), σ.35-40.

[4] Βλ. και την ερμηνεία του Μπενάτση για τη συγκεκριμένη στροφή από την «Αισιοδοξία», ό.π.σ.288-290. Επίσης, για την «Αισιοδοξία», βλ.την αντίστοιχη ερμηνευτική άποψη της Φιλοκύπρου, Η γενιά του Καρυωτάκη: φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου, ό.π.σ.178-179.

[5] Μπενάτσης, ό.π.σ.227.

[6] Ό.π.σ.244-245. Επίσης, βλ. την ερμηνευτική ανάλυση της Φιλοκύπρου για το εν λόγω ποίημα του Καρυωτάκη, Φιλοκύπρου, Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης: Η διαρκής ανεπάρκεια της ποίησης, ό.π.σ.147-148.

[7] Μπενάτσης, ό.π.σ.286. Επίσης, για το «Δικαίωσις» βλ. τις παρατηρήσεις του Σαββίδη, «Ο Σατιρικός», ό.π.σ.89, καθώς και την ερμηνεία του Hokwerda, ό.π.σ.77.

[8] Γ.Ξ.Στογιαννίδης, «Αλέξης Τραϊανός: Ένας Θεσσαλονικιώτης ποιητής της πληγωμένης μνήμης», Πλανόδιον, τχ. 13 (Δεκέμβριος 1990), σ.457.

[9] Βλ.την ερμηνευτική θεώρηση του Μπενάτση για το «Όλα τα πράγματά μου…», ό.π.σ.222-224. Επίσης, για το εν λόγω ποίημα, βλ. Μαριλίζα Μήτσου, «“… μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών”: Ο Καρυωτάκης και το σχήμα του αδύνατου» στο: Επιστημονικό Συμπόσιο: Καρυωτάκης και καρυωτακισμός (31 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου 1997), εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη), [Αθήνα 1998], σ.343, καθώς και την ερμηνευτική ανάλυση της Φιλοκύπρου, Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης: Η διαρκής ανεπάρκεια της ποίησης, ό.π.σ.145-146.

[10] Βλ. την ερμηνεία του Μπενάτση για το «Πάρε τα δώρα…», ό.π.σ.210-211.

[11] Μπεκατώρος, «Αλέξης Τραϊανός: Μοναδικός κληρονόμος θανάτου και ερειπίων. 15 χρόνια από το θάνατό του», ό.π.σ.65, πρβλ. τις συναφείς θέσεις του Στέφανου Μπεκατώρου στο «Αλέξης Τραϊανός: Μοναδικός κληρονόμος θανάτου και ερειπίων», Εντευκτήριο, τχ. 51 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000), σ.34-35.

[12] Μπεκατώρος, «Αλέξης Τραϊανός, δύο χρόνια από τον τραγικό θάνατό του», ό.π.σ.12.

[13] Γαραντούδης, Από τον μοντερνισμό στη σύγχρονη ποίηση (1930-2006), ό.π.σ.307.

[14] Στογιαννίδης, ό.π.σ.456,459.

Προηγούμενο Άρθρο

Εξιχνιάστηκε κλοπή από σπίτι στη Φιλιππιάδα Πρέβεζας

Επόμενο Άρθρο

Στη δοξολογία της Αγίας Μαρίνας ο Σπύρος Ριζόπουλος

Μπορεί να σας ενδιαφέρει...