Η κινηματογραφική διαδρομή του Μπάμπη Τσόκα διέπεται από μια σπάνια δυναμική της οποίας βασικό χαρακτηριστικό είναι η έννοια της ανάκτησης, της επανασύνδεσης, της επανένωσης. Το χοϊκό στοιχείο είναι ο καθοριστικός παράγοντας που επανασυνδέει τον σκηνοθέτη με τη μνήμη, με τα όσα έζησε, το μετείκασμα των οποίων διαθλάται μέσα από την έννοια του μύθου, της ελληνικότητας, της οικουμενικότητας. Η εικονοπλαστική δύναμη του σκηνοθέτη είναι σπάνια, η έμφαση στη λεπτομέρεια, η επεξεργασία της πλοκής με τρόπο που να διοχετεύει το προσωπικό βίωμα στο συλλογικό ασύνειδο. Όλες οι φάσεις της ζωής, τα στιγμιότυπα του χρόνου γίνονται μετανεωτεριστικές εγγραφές αποτυπωμένες στην αναπαραστατική δύναμη της κάθε σκηνής.
Ο χρόνος επενεργεί ιδιαίτερα απελευθερωτικά στον κινηματογράφο του Τσόκα, φέρνει τους ήρωες αντιμέτωπους με την ίδια την ιστορία για να έρθει στην επιφάνεια το συγκρουσιακό στοιχείο, εκείνο που πρόκειται να συντελεστεί κατά την ιστορική νομοτέλεια και η πρόσκρουση των προσώπων σε μια ανελαστική πραγματικότητα. Από το σημείο αυτό ξεκινά η επεξεργασία του σκηνοθέτη δημιουργώντας νεωτερικά θραύσματα της ιστορικής νομοτέλειας, μέσα στα οποία εισέρχονται οι ήρωες ως ένα οργανικά δεμένο σύμπαν μέσα σε ένα ανοίκειο κόσμο. Η συγκεκριμένη αντίστιξη πυροδοτεί πολλαπλές ανασημασιοδοτήσεις μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται με σκηνοθετική μαεστρία η ελεύθερη βούληση των προσώπων, αυτεξούσιοι σε μια διαδρομή έστω ετεροκαθορισμένη από τη μοίρα.
Στον Τσόκα η μαρτυρία-ντοκουμέντο συνδέεται με ένα πρωτοφανή για τα κινηματογραφικά δεδομένα λυρισμό διαθλασμένο από την κινηματογραφική ποιητική της εικόνας, επιτρέποντας αλληλοσυνδέσεις σε φυγόκεντρη τροχιά ερμηνειών με καμβά τη σημειωτική του τοπίου ως αλληγορική κοινωνική επιτελεστική ταυτότητα σε γενικευτική έκφραση. Αποτυπώνεται η αβυσσαλέα μάχη των ηρώων να αποδεσμευτούν από τις ναρκοθετήσεις ενός σαρκοβόρου μύθου, πασχίζοντας να αποδράσουν, έστω για λίγο, από την ιλιγγιώδη τροχιά μιας ιστορίας που θα τους οδηγήσει στο σημείο μηδέν της ύπαρξης, όπου μόνο εκεί θα είναι σε θέση να δουν την φωτεινή απεραντοσύνη.
Σε αυτό το σημείο, ο Τσόκας προβαίνει σε τολμηρούς νεωτερισμούς συνενώνοντας το διονυσιακό στοιχείο με το απολλώνιο και επαναφέροντας τη ρίζα του μύθου στα γρανάζια της ιστορίας, τοπικής ή ευρύτερης. Όλα έχουν ρόλο στο σύμπαν του: ο παραμικρός ήχος, μια τυχαία συνομιλία, ένα απροσδιόριστο βλέμμα περαστικού μέχρι τις βαθιές, εσωτερικές, εξομολογήσεις των προσώπων. Η επιστροφή του είναι ολιστική, έχει σχέση με το αρχέγονο, εκεί που η αχρονία του μύθου διακλαδίζεται με τις εκδοχές του σύγχρονου ιστορικού κόσμου. Η κινηματογραφική του ποιητική της επιστροφής αποτελεί μια σπάνια πολιτιστική παρακαταθήκη που αφορμάται από το σπόρο της πατρικής γης για να κατακτήσει το συμπαντικό.
Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, κριτικός κινηματογράφου























