Σάββατο, 22 Ιουνίου 2024, 5:54

Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, «Η έκλειψη» του Αντονιόνι, κριτική προσέγγιση

Η υπαρξιακή κενότητα ως απότοκο ενός ασθματικού τρόπου ζωής, απόρροια της μανιώδους επιδίωξης του υλιστικού ευδαιμονισμού, είναι ο βασικός μοχλός μέσω του οποίου το σενάριο της ταινίας κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο πουθενά και στο τίποτα του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου. Διαβατήριο ο πόθος της απόδρασης των βασικών πρωταγωνιστών από μια κοινωνική πραγματικότητα που συνθλίβει. Φόντο ο μεταπολεμικός κόσμος της αστικής Ρώμης. Η Βιτόρια (Μόνικα Βίτι) περιφέρεται στην τσιμεντένια αιώνια πόλη επιχειρώντας απεγνωσμένα να σκοτώσει την ανία της. Διακόπτει την σχέση της με τον Ρικάρντο, ψάχνει τον έρωτα στο πρόσωπο του γοητευτικού χρηματιστή Πιέρο (Αλαίν Ντελόν), δίχως αποτέλεσμα, καθώς και οι δύο ήρωες δεν είναι πρόθυμοι να αντλήσουν δύναμη από την αυθεντικότητα μιας αληθινής αγάπης.

Ο προφητικός τρόμος της ταινίας συνίσταται στην εκτεταμένη σκηνή του χρηματιστηρίου, όπου η Βιτόρια γυρεύει την μητέρα της. Σκόπιμα ο σκηνοθέτης εστιάζει στο ξεπούλημα της ανθρώπινης συνείδησης, όπως υποδηλώνεται μέσα από τα συμπαγή τοιχώματα ενός οικονομικού μοντέλου που έχει την δύναμη να σε εκμηδενίσει την ίδια στιγμή που σε απογειώνει. Σε αυτή την αριστουργηματική ταινία τα στοιχεία που κυριολεκτικά καθηλώνουν τον θεατή είναι το κεντράρισμα σε εικόνες του φυσικού τοπίου που αποπνέουν μια τρομακτική ποιητικότητα. Αποδίδουν την σταθερότητα της διαχρονίας που αντιπαρατίθεται στην μακαβριότητα της σύγχρονης αλλοτρίωσης. Τα πλάνα δίχως την παρουσία ανθρώπων στέκουν σαν σιωπηλοί μάρτυρες της καπιταλιστικής, αστικής, τραγωδίας. Παγώνουν τον χρόνο για να μπορέσει συμβολικά η ανθρωπότητα να ανακτήσει τις στιγμές που χάθηκαν στο μάταιο κυνήγι του πλούτου.

Η ταινία καταργεί κάθε ίχνος συναισθήματος και ανθρώπινης τρυφερότητας. Η καθημερινότητα αμαυρώνεται από τον κυνισμό των ανθρώπινων σχέσεων όταν εκείνες υποσκελίζονται στην ρευστότητα άψυχων συναλλαγματικών και τίποτε περισσότερο. Η πιο τραγική σκηνή, κατά την γνώμη μου, στην ταινία είναι όταν παρουσιάζεται, χωρίς μελοδραματισμό, ένας εκατομμυριούχος που χάνει τεράστια ποσά μέσα σε μια μέρα στο χρηματιστήριο. Στέκει ψύχραιμος, σιωπηλός, δέχεται με στωικότητα το πεπρωμένο του, κάθεται σε ένα καφενείο, πίνει ένα ποτήρι νερό. Δεν σκιαγραφείται κανένα συναίσθημα κατήφειας, καμιά αντανάκλαση σκυθρωπότητας, απλά η σιωπή, ίσως γιατί υπόγεια ενδέχεται να είναι η αλληγορική διαδρομή του ανθρώπου εφεξής στο διάβα ενός απρόβλεπτου αύριο.

Αν εξεταστεί σε βάθος, στην ταινία, ουσιαστικά, δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει εξέλιξη της εξιστορούμενης προσωπικής ιστορίας, ίσως γιατί αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Είναι σαν να μας λέει ο σκηνοθέτης ότι οι άνθρωποι στέγνωσαν από ανθρωπιά, το άδειο τοπίο έχει να πει περισσότερα γιατί αυτό αποτυπώνει την αέναη στατικότητα της προσεκτικής παρατήρησης του ανθρώπινου δράματος στην απέλπιδα πάλη του να τιθασευτεί «το τώρα» στο «πάντα» με δραματικό τρόπο. Εξαιρετικές οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών  (Ντελόν, Βίτι), μα εκείνο που καθηλώνει περισσότερο είναι η υποβλητική σκηνοθεσία με τα απρόσωπα, άψυχα, τοπία που ενίοτε με την επενέργεια του αποδιδόμενου ανέμου σκορπούν στο όλο ντεκόρ την αίγλη της απεραντοσύνης του επέκεινα ως απάντηση στα βαθύτερα οντολογικά ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, κριτικός.


Ακολουθήστε το onprevezanews.gr στο Facebook και στο Instagram

Διαβάστε πρώτοι τις ειδήσεις στο Google News


 

Προηγούμενο Άρθρο

900 στρέμματα καλλιεργειών κάτω από το νερό – Σε απόγνωση οι αγρότες του Φαναρίου (φώτο-βίντεο)

Επόμενο Άρθρο

Εκδηλώσεις Ιουνίου Δήμου Πάργας

Μπορεί να σας ενδιαφέρει...